Νεμό Φιλίπ

Η επινόηση του Δυτικού Λόγου

(μτφρ.)
Θανάσης Κουραβέλος

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Μάιος 2026, σ. 31
Θέματα: 
ΑνθρωπολογίαΑισιόδοξη Ανθρωπολογία
Βία/Μη ΒίαΝεότερο Δικαιικό Σύστημα
Θρησκειολογίαδυτική χριστιανοσύνη
ΙστορίαΝεότερη Ευρωπαϊκή Ιστορία
ΠολιτικήΦιλελευθερισμός
ΦιλοσοφίαΦιλοσοφία της Ιστορίας
Λέξεις-κλειδιά: 
Λόγος
ορθολογισμός
Παπική Επανάσταση
δίκαιο
νεοτερικότητα
πνευματικότητα
ενόραση
ευθύνη
χιλιασμός
εσχατολογία
προφητισμός
μυστικισμός
Αυγουστίνος
Άνσελμος
σωτηρία
εξιλέωση
ορθόδοξη εικονολογία

Αναφερόμενοι σήμερα στον «νεότερο» πολιτισμό, εννοούμε συνήθως τη Δύση, με τη «Δύση» να αποτελεί ένα ιστορικό μόρφωμα που συγκροτήθηκε μεταξύ του ενδέκατου και του δέκατου τρίτου αιώνα στη δυτική Ευρώπη. Θεωρώ ότι η ίδια η διαδικασία γένεσής της, στον βαθμό που μπορούμε να την αναλύσουμε αναδρομικά, δεν υπήρξε εξολοκλήρου ορθολογική. Φαίνεται να μοιάζει περισσότερο με «θαύμα», με την έννοια ότι η διαδικασία μέσω της οποίας κατακτήθηκε ο Λόγος εμφανίζεται ιδιαζόντως ανορθολογική. Στόχος μου εδώ είναι να περιγράψω τη διαδικασία «επινόησης του Δυτικού Λόγου», που πραγματοποιήθηκε σε ένα διάστημα τριών αιώνων μέσα στον Μεσαίωνα.

 

Σκοπεύω να εξηγήσω εντός των ορίων αυτού του κειμένου πώς διαμορφώθηκε ο Δυτικός Λόγος σε μια ορισμένη ιστορική καμπή του Μεσαίωνα από μια τέτοια «πνευματική» διεργασία. Κατά τη γνώμη μου, ο Δυτικός Λόγος δε συνιστά προϊόν του «Λόγου». Αν ωστόσο επιμείνουμε ότι πράγματι συνιστά, θα πρέπει τουλάχιστον να τον εκλάβουμε με μια διασταλτική έννοια.

 

Η αποτυχία των ιστορικισμών (όπως περίτρανα απέδειξε ο Καρλ Πόπερ) δε μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε ότι καμία απολύτως φιλοσοφία της ιστορίας δεν είναι πλέον εφικτή.

 

Ο Μπέρμαν ρίχνει φως στις θεολογικές ρίζες εκείνων των παπικών πρωτοβουλιών. Κάνω λόγο για «θεολογικές», αλλά θα μπορούσα κάλλιστα να αναφερθώ σε «φιλοσοφικές» ή «πνευματικές». Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι πρωτοβουλίες σηματοδότησαν μια αλλαγή στο διανοητικό πεδίο, το πεδίο των ιδεών, όπως επίσης και το ψυχικό πεδίο, και όχι μια τυχαία, εξωτερική επέμβαση στις υλικές συνθήκες. Πιο συγκεκριμένα, υπήρξε μια αλλαγή «κοσμοθέασης», και ήταν μάλλον απρόβλεπτη: μια «προφητική» αλλαγή. Ένα θαύμα μήπως;

 

Κατά τη διάρκεια των πρώτων αιώνων της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, οι πιστοί ήλπιζαν ότι ο ερχομός του Χριστού επέκειτο άμεσα. Ωστόσο αφότου παρήλθε μία χιλιετία και τίποτα δε συνέβη, αρκετοί άρχισαν να αμφισβητούν τις καθιερωμένες εκκλησιαστικές διδαχές. Ίσως, όπως ισχυρίστηκαν ορισμένοι θεολόγοι, ο Χριστός δεν επρόκειτο να επανέλθει στη γη επειδή η ανθρωπότητα δεν αποδεικνυόταν αντάξια του ερχομού Του. Ο άνθρωπος είχε αφήσει τις συνθήκες ζωής να χειροτερεύουν διαρκώς, και ήταν πασιφανές ότι, από τη μεταστροφή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στον χριστιανισμό και έπειτα, ενώ υπήρχαν χριστιανοί στον κόσμο, ο ίδιος ο κόσμος δεν ήταν χριστιανικός. Οι χριστιανοί διαβιούσαν σε έναν εκπεσόντα κόσμο, προσευχόμενοι να δραπετεύσουν από αυτόν, αλλά αλίμονο δεν είχαν ακόμη αποπειραθεί να τον μεταμορφώσουν. Στον Ώριμο Μεσαίωνα, τα πλέον προσφιλή πρόσωπα στον χριστιανικό κόσμο ήταν οι μοναχοί, ακριβώς γιατί ζούσαν «εκτός» του, και επομένως εμφανίζονταν να βρίσκονται με το ένα πόδι στην κλίμακα που ανερχόταν στον παράδεισο. Το πρόβλημα ήταν ότι, αποποιούμενος τη μεταμόρφωση του κόσμου, ο άνθρωπος τον είχε εγκαταλείψει σε μια αυξανόμενη αμαρτωλότητα. Έτσι, όπως ισχυρίζονταν επιπρόσθετα οι θεολόγοι, ο κόσμος είχε εκπτωχευθεί σε τέτοιον βαθμό ώστε ο Χριστός αδυνατούσε να εγκατοικήσει εντός του.

 

Οι ιστορικές συνθήκες φάνταζαν πλέον ώριμες έτσι ώστε οι άνθρωποι να μεταμόρφωναν τον κόσμο προς το καλύτερο, και ο Χριστός να μεταπειθόταν, να επέστρεφε στη γη και να έφερνε την πολυπόθητη λύτρωση. Αυτό ήταν το ουσιώδες νόημα των Παπικών Υπαγορεύσεων και όλων των υπόλοιπων μέτρων της Γρηγοριανής Μεταρρύθμισης. Αν ο πάπας χρειαζόταν να συγκεντρώσει απόλυτη εξουσία, αν η Εκκλησία χρειαζόταν να χειραφετηθεί από τις κοσμικές αρχές, ήταν διότι έπρεπε να διαθέτουν την αναγκαία εκείνη εξουσία ώστε να δράσουν στον κόσμο προκειμένου να τον μεταμορφώσουν. H «ελευθερία της Εκκλησίας» έπρεπε να διασφαλιστεί αν αυτή επρόκειτο να εξελιχθεί σε μια πνευματική δύναμη υπέρτερη των εγκοσμίων, επανακτώντας ουσιαστικά την εξουσία των προφητών επί των παλαιοδιαθηκικών βασιλέων. Αν έφτασαν να δικαιούνται να αλλάζουν τους νόμους, να θεσπίζουν ένα νέο κανονικό δίκαιο και να αναβιβάζουν την ισχύ του έναντι οποιουδήποτε εθιμικού ή κοσμικού, ήταν διότι οι χριστιανοί έπρεπε να πυροδοτήσουν μια επανάσταση.  

 

Θεσπίζοντας λοιπόν νέους χριστιανικούς νόμους (τα παπικά διατάγματα ή τους κανόνες των μεγάλων Οικουμενικών Συνόδων), η Εκκλησία βελτίωνε τον κόσμο, εξομοιώνοντάς τον με την απολεσθείσα παραδείσια κατάσταση και με τη μέλλουσα εσχατολογική. Η Εκκλησία θεωρούσε ότι όχι απλώς νομιμοποιούνταν να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο, αλλά ότι, πολύ περισσότερο, υποχρεούνταν από ένα ιερότατο καθήκον, και αυτό ανεξάρτητα από το πόσο δυναμικά οποιαδήποτε εφήμερη εξουσία μπορούσε να αμφισβητήσει την αυθεντία της. Οι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι έκριναν θεμιτό να προβούν σε δραστικές κοινωνικές αλλαγές προκειμένου να επισπεύσουν τη Δεύτερη Παρουσία του Χριστού. Εκείνη την περίοδο, πέραν πάσης σχεδόν αμφιβολίας, ο χριστιανισμός υπήρξε ουσιωδώς επαναστατικός.

 

Παρόλα αυτά, κανείς δε δύναται να στρατευθεί σε έναν απώτατο στόχο αν δεν έχει προηγουμένως πειστεί ότι είναι τουλάχιστον επιτεύξιμος. Ένα σοβαρό κώλυμα ανέκυπτε από την παραδοσιακή αυγουστίνια σκέψη, η οποία προήγε την άποψη ότι η ανθρώπινη φύση είχε διαβρωθεί ολοκληρωτικά από την αμαρτία, και, επομένως, κανείς δεν μπορούσε να εξασφαλίσει τη σωτηρία του αυτόβουλα, εφόσον αυτή δινόταν αποκλειστικά μέσω θείας χάρης. Αυτό το κώλυμα έμελλε σύντομα να αρθεί χάρη σε ορισμένες κρίσιμες θεολογικές καινοτομίες, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των οποίων ήταν το νέο δόγμα της εξιλέωσης που εισήγαγε ο Άγιος Άνσελμος, όπως και η επινόηση του Καθαρτηρίου.

 

Ο Αυγουστίνος προέβαλε την ιδέα ότι, μετά το προπατορικό αμάρτημα, στον άνθρωπο δεν άξιζε τίποτα άλλο παρά ο θάνατος, με αυτή την ενοχή να μην μπορεί να αποσβεστεί μέσω των ανθρώπινων έργων, εφόσον η ενοχή ήταν άπειρη, ενώ τα ανθρώπινα έργα πεπερασμένα. Μολονότι ίσχυε ότι ο Θεός θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο με τη χάρη Του, κανείς δε γνώριζε ποιος προοριζόταν να σωθεί και ποιος όχι, με τον καθένα παντελώς ανίσχυρο να ανατρέψει αυτή την προαιώνια απόφανση. Το ανθρώπινο πράττειν στερούνταν αξίας. Καμία καλή πράξη δε θα διασφάλιζε τη σωτηρία, και καμία κακή πράξη δε θα απέκλειε κάποιον τελεσίδικα από αυτήν. Η μόνη ρεαλιστική λύση σε αυτό το αδιέξοδο ήταν η ολοκληρωτική αποχή από τη δράση, μια λύση ένθερμα προωθούμενη από τα μοναστικά τάγματα, τα οποία απομονώνονταν από τον υπόλοιπο κόσμο και αρνούνταν την επέμβαση σε αυτόν. Η σωτηρία μπορούσε να κερδηθεί, αν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, με υπερφυσικά μόνο μέσα: μέσω προσευχών, προσκυνημάτων ή λειψανολατρείας. Ο Λόγος δεν αποτελούσε ζητούμενο στον μαγεμένο, μυθευμένο κόσμο του Ώριμου Μεσαίωνα.

 

Αυτή η ανατροπή στο δόγμα της εξιλέωσης είχε τρομακτικό αντίκτυπο στον ηθικό βίο. Το ανθρώπινο πράττειν επανακτά πλέον το νόημά του, αφού οποιαδήποτε χειροπιαστή ανθρώπινη δράση προσμετράται στον ισολογισμό. Οτιδήποτε κάποιος πράττει, καλό ή κακό, έχει πράγματι αξία, εφόσον διαδραματίζει έναν αναντικατάστατο ρόλο στην προσωπική του σωτηρία. Εναπόκειται στον καθέναν να σωθεί, τουλάχιστον έως έναν βαθμό. Ο Άνσελμος, προφανώς, δεν αρνείται τον ρόλο της χάρης, καθώς αυτή είναι αναγκαία για τη μεταστροφή κάποιου στην αγαθοεργία. Παρόλα αυτά, ενώ η χάρη συνδράμει, επαφίεται ουσιαστικά στον καθένα να κάνει το καλό, και αν δεν το κάνει, δε θα σωθεί από ένα καθαρό θαύμα χωρίς τη δική του συνέργεια. Στην πραγματικότητα, το έργο του Ανσέλμου προετοίμασε το έδαφος για όσα θα πρότεινε στη συνέχεια ο Θωμάς Ακινάτης: η χάρη δεν επενεργεί υποκαθιστώντας, αλλά απεναντίας αποκαθιστώντας, την ανθρώπινη φύση,  έτσι ώστε ο άνθρωπος να δρα αυτοβούλως και να επιλέγει εκουσίως να κάνει το καλό. Το ζήτημα για την «επάρκεια» ή μη της χάρης εξελίχθηκε σε μια περίπλοκη θεολογική έριδα κατά τη διάρκεια των αμέσως επόμενων αιώνων. Ας συγκρατήσουμε όμως για την ώρα ότι, σύμφωνα με τη νέα ανσελμιανή θεολογία, η ανθρώπινη πράξη προσέλαβε μια ξεκάθαρη αξία ενώπιον του Θεού.

 

Με την εμφάνιση αυτής της νέας θεολογίας, οποιαδήποτε σπουδαία ή ταπεινή πράξη καταξιώνεται πλήρως. Είναι πλέον αποκλειστικά στο χέρι του καθενός να πραγματώσει τη σωτηρία του. Η ανθρώπινη ευθύνη καθίσταται τώρα επιτακτική, καθώς ο άνθρωπος ανέρχεται στο προσκήνιο της ιστορίας. Η διαδρομή προς τον παράδεισο δε νοείται πια ως κατακόρυφη πορεία που μόνο ο Θεός με τα μαγικά και την ανεξιχνίαστη του χάρη, ή οι άνθρωποι βασιζόμενοι αποκλειστικά σε αυτά τα μαγικά, δύνανται να ανέλθουν. Αντιθέτως, η διαδρομή προς τον παράδεισο γίνεται τώρα κλιμακωτή, μια σειρά από αναβαθμίδες, ένα ευδιάκριτο μονοπάτι, μέσω του οποίου μπορεί κάποιος, εκλογικεύοντας τα πράγματα, να προσεγγίσει το απόλυτο.

 

Ας φέρουμε κατά νου τις ορθόδοξες εικόνες. Αποτελούν παραστάσεις θείων προσώπων, όπως για παράδειγμα του Χριστού και της Παρθένας Μαρίας. Είναι ωστόσο ο Χριστός, περισσότερο και από τον Ιησού, αυτός που απεικονίζεται σε πλήρη αταραξία και φωτοστεφανωμένος. Αν και «αναστημένος εκ νεκρών», εμφανίζεται σε πλήρη δόξα, χωρίς να έχει στην πραγματικότητα καν πεθάνει. Ακόμα και αυτή η ελαχιστική αναπαράσταση αποτέλεσε επίδικο θέμα στην Ορθοδοξία. Στον αντίποδα, η δυτική τέχνη άρχισε την ίδια περίοδο να αποδίδει τον Χριστό ως πάσχοντα άνθρωπο, με το απισχνασμένο, πληγιασμένο και αιμάσσον σώμα του, ενώ έκτοτε αυτό το αναπαραστατικό ύφος κυριάρχησε σε ολόκληρη τη δυτική, μεσαιωνική και νεότερη χριστιανοσύνη. Αυτή η τεχνοτροπία καταφάσκει την ανθρωπινότητα του Χριστού, βεβαιώνοντας ότι ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να Τον μιμηθεί. Η υιοθέτηση του Χριστού ως παράδειγμα δε διαφεύγει επομένως των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Από το σημείο αυτό και έπειτα η "μίμηση Χριστού" εξελίχθηκε σε ηθικό πρόγραμμα για τους δυτικούς χριστιανούς. Καθ’ οδόν προς τον παράδεισο, ο άνθρωπος δεν ήταν πλέον μόνος του, αλλά υποβοηθούνταν από Κάποιον που του έμοιαζε, και συνεπώς τον γνώριζε και τον κατανοούσε. Ο Χριστός υπέδειξε στον άνθρωπο το ευθύ και στενό μονοπάτι μέσω του οποίου Αυτός διήλθε και μέσω του οποίου και ο ίδιος ο άνθρωπος θα μπορούσε να πορευτεί. Η ανηφορική πορεία προς τη σωτηρία δεν αποτελούσε πια ζήτημα καθαρής χάρης· απεναντίας, κατέστη, τουλάχιστον εν μέρει, ένα ανθρώπινο εγχείρημα.

 

Η ουσία αυτού του εγχειρήματος, που πρέπει οπωσδήποτε να αντιληφθούμε, ήταν ότι κατέστη ορθολογικό. Η σωτηρία δε συνιστούσε πλέον ένα ζήτημα τύπου «όλα ή τίποτα», αλλά ένα ζήτημα μετρησιμότητας και χρήσης του Λόγου.

 

Ποια είναι όμως, σε τελική ανάλυση, τα «ενάρετα» έργα; Πρόκειται για δράσεις που μετριάζουν τα βάσανα των ανθρώπων, σιτίζουν τους πεινασμένους, συντηρούν τους απόρους, θεραπεύουν τους ασθενείς και, γενικά μιλώντας, επαυξάνουν την αγάπη και απομειώνουν το κακό στον κόσμο. Εν ολίγοις, καμία πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί αγαθή, αν, με κάποιον τρόπο, δε μεταμορφώνει τον κόσμο προς το καλύτερο. Η μεταμόρφωση ωστόσο του κόσμου προϋποθέτει τη γνωσιμότητά του και την εντός αυτού ειρηνική και αποτελεσματική συνεργασία. Αυτό, κατ’ επέκταση, προϋποθέτει την επιστράτευση του Λόγου, τόσο στην επιστήμη και το δίκαιο όσο και στην πολιτική. Η ενεργοποίηση του Λόγου αναδείχθηκε πλέον σε θρησκευτικό πρόσταγμα, που ήρθε σε σύγκρουση με τα παλιά καθήκοντα της προσευχής και του δοξασμού του Θεού (χωρίς όμως και να τα υποκαθιστά πλήρως). Ενώ κάποτε η καλλιέργεια του Λόγου δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια ταπεινή συνήθεια, και συχνά μάλιστα αμαρτωλή, τώρα εξελίχθηκε στο έσχατο ηθικό καθήκον. Διότι υπαγορευόταν από τον ίδιο τον Θεό και γινόταν αντιληπτό ως όδευση προς τον παράδεισο.

 

Στην πραγματικότητα, η Παπική Επανάσταση –η επαναβεβαίωση των χριστιανικών εσχατολογικών στοχεύσεων και η έμφαση στην ανθρώπινη υπευθυνότητα– συνέβαλε στη διαμόρφωση του νεότερου κόσμου. Αυτή η επανάσταση επέφερε την αλματώδη ανάπτυξη των επιστημών και του δικαίου στη Δύση από τον ενδέκατο έως τον δέκατο τρίτο αιώνα, θέτοντας τα θεμέλια για τον σύγχρονο Δυτικό Λόγο.   

 

Είναι απολύτως κρίσιμο να κατανοηθεί ότι αυτά τα ορθολογικά εργαλεία, το ρωμαϊκό δίκαιο και η ελληνική επιστήμη, προϋπήρχαν. Για παράδειγμα, το χειρόγραφο του Σώματος Αστικού Δικαίου, αυτή η μεγαλειώδης συλλογή  ρωμαϊκών νόμων κωδικοποιημένη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό τον έκτο αιώνα, δεν είχε ουδέποτε χαθεί στη Δύση (αντίγραφα βρίσκονταν προφανώς παντού). Παρομοίως, αν και αρκετά νέα έργα ελληνικής φιλοσοφίας ανευρέθηκαν στις αραβικές βιβλιοθήκες της Ισπανίας (εξαιτίας της Ανακατάληψης και των Σταυροφοριών), όπως και τις βυζαντινές βιβλιοθήκες, στην πραγματικότητα αρκετά άλλα έργα αντιγράφονταν ανελλιπώς στα μοναστήρια και ήταν διαθέσιμα εδώ και αιώνες. Επομένως, η αναβίωση των δικαιικών και επιστημονικών σπουδών δεν πρέπει να εκληφθεί ως τυχαίο γεγονός, απόρροια κάποιας συμπτωματικής επανανακάλυψης κειμένων. Το καίριο στοιχείο ήταν ότι κείμενα επί μακρόν προσβάσιμα επαναξιοποιήθηκαν ακριβώς τότε, επανανοηματοδοτήθηκαν ακριβώς τότε. Πριν από την Παπική Επανάσταση, οι Δυτικοί κοιμούνταν ύπνο βαθύ αναφορικά με αυτά τα αρχαία κείμενα, όπως, κατ’ ανάλογο τρόπο, οι Άραβες αναφορικά με το πετρέλαιο πριν τον δέκατο ένατο αιώνα, διότι δεν είχαν πλέον, ή δεν είχαν ακόμη, οποιαδήποτε ιδέα για ενδεχόμενη χρησιμότητά τους. Αν νομίζεις ότι θα σωθείς ή θα καταδικαστείς μόνο διαμέσου της χάρης, με την ανθρώπινη πράξη να μην έχει καθόλου σημασία, πολύ απλά δε χρειάζεται να υπολογίζεις την αξία των πράξεών σου. Αντιστοίχως, δεν έχεις ανάγκη από ένα τέτοιο εργαλείο, όπως είναι το ρωμαϊκό δίκαιο, που προβαίνει σε λεπτεπίλεπτες διακρίσεις μεταξύ κακών και λιγότερο κακών, καλών και λιγότερο καλών έργων επιτρέποντας τη συστηματική τους κατηγοριοποίηση. Σε αυτές τις συνθήκες, αν σκοντάψεις πάνω σε ένα χειρόγραφο του Ιουστινιάνιου Κώδικα, θα το προσπεράσεις ανυποψίαστος, ιδίως αν έχει καταστεί ιδιαιτέρως δυσερμήνευτο, γραμμένο σε μια αρχαιοπρεπή, δυσνόητη γλώσσα. Για να ασχοληθεί κάποιος στα σοβαρά με την αποκωδικοποίηση των μυστηρίων του Σώματος Αστικού Δικαίου θα πρέπει, πρώτον, να διακατέχεται από μια απόλυτη ανάγκη ρύθμισης των συμπράξεών του με τρίτους, δεύτερον, να επιθυμεί να αντενεργήσει αποδοτικά μαζί τους –αποφεύγοντας μάλιστα να αμαρτάνει όσο είναι δυνατόν–, και, τρίτον, όταν σε αυτήν τη συνάφεια, έχει αναγάγει την καταμέτρηση σε ζωτικό πρόβλημα. Όλο αυτό συνέβη με τον Ιρνέριο στην Μπολόνια. 

 

Από την Παπική Επανάσταση και έπειτα, η Δύση σημείωσε ασύλληπτη πολιτισμιακή πρόοδο, η οποία είχε ως συνέπεια την επινόηση του νεότερου κόσμου: της δημοκρατικής, φιλελεύθερης και επιστημονικής μας κοινωνίας. Η Δύση μπόρεσε να το επιτύχει αυτό εφόσον προσηλώθηκε σε δύο στενά αλληλένδετες ιδέες, το ηθικό καθήκον εκπλήρωσης της εσχατολογικής σκόπευσης της ανθρωπότητας –της καλυτέρευσης δηλαδή του κόσμου έως την τελική του λύτρωση– και της αξιοποίησης των φυσικών δεξιοτήτων του ανθρώπου για την προώθηση έλλογων και δίκαιων σχεδίων, αντί του εφησυχασμού του εν αναμονή μιας υπερφυσικής θείας επέμβασης. Έτσι εξηγείται η ανάπτυξη των επιστημών στα πανεπιστήμια, η επανενδυνάμωση του κράτους, η ανάπτυξη του δικαίου, και, πιο συγκεκριμένα, η χρήση του δικαίου ως εργαλείου για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας. Στην πράξη, το δίκαιο συνέβαλε με ποικίλους τρόπους στη γένεση της «πολιτικής» όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

 

Στη συνέχεια, την περίοδο του Διαφωτισμού, η αίσθηση ότι μια αδιάκοπη εξέλιξη στα πεδία της γνώσης και της δικαιοσύνης είναι εφικτή στον παρόντα κόσμο φάνηκε να επιβεβαιώνεται από τα ιστορικά γεγονότα, συντείνοντας στην κοσμική ιδεολογία της «προόδου». Δεν υπάρχει ωστόσο καμία αμφιβολία ότι, πρωταρχικά, αυτή η κοσμική ιδεολογία υπήρξε κατά βάθος θρησκευτική. Μιλάμε για τη χιλιαστική ιδέα, όπως αυτή εκφράστηκε στην εβραϊκή αποκαλυπτική γραμματεία και ειδικότερα στο Βιβλίο της Αποκάλυψης του Αγίου Ιωάννη. Πρόκειται για την ιδέα ότι, πλησιάζοντας στο τέλος του ιστορικού χρόνου, πρωτύτερα ακόμα και από την έλευση του ουράνιου βασιλείου του Θεού, θα μεσολαβήσει μια περίοδος χιλίων ετών (μία «χιλιετία») επίγειας ευτυχίας. Αυτό το χιλιαστικό ιδεώδες εμπνέει τόσο τη χριστιανοσύνη όσο και τις βιβλικές θρησκείες γενικά. Ωστόσο, η Παπική Επανάσταση, εξυμνώντας την ανθρώπινη λογικότητα και υπευθυνότητα, διαχώρισε το χιλιαστικό ιδεώδες από μια άλλη εκδοχή του, αυτού που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε βίαιο, επαναστατικό χιλιασμό. Πράγματι, την περίοδο του Θεοδοσίου, όταν ο χριστιανισμός κατέστη επίσημη θρησκεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, τόσο οι αυτοκρατορικές όσο και οι εκκλησιαστικές αρχές άρχισαν να δυσπιστούν έναντι του χιλιασμού, ο οποίος τους φαινόταν υπερεπαναστατικός. Ο χιλιασμός δεν απορρίφτηκε συνολικά, με θεολόγους όπως ο Ωριγένης και ο Άγιος Αυγουστίνος να διευκρινίζουν ότι θα έπρεπε να εκληφθεί συμβολικά. Στην πραγματικότητα, με την ανάσταση του Χριστού, έχουμε ήδη εισέλθει στη χιλιετία. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, «μπορούμε και πρέπει να προσβλέπουμε σε ένα καλύτερο αύριο, αλλά αυτό θα επέλθει στον Ουρανό. Δεν οφείλουμε να δράσουμε για αυτό επί Γης, πόσο μάλλον να καταφύγουμε στη βία».

 

Έτσι η Δύση βρέθηκε αντιμέτωπη με δύο εκδοχές του χιλιασμού, και μια κοσμοϊστορική επιλογή προσχώρησης στον έναν από τους δύο.

 

Αυτή η αντιδιαστολή μεταξύ της βίαιης, μαγικής εσχατολογίας και της ορθολογικής, βήμα προς βήμα εσχατολογίας συνέτεινε στη συγκρότηση του πολιτικού βίου στη Δύση από τον ενδέκατο έως τον εικοστό αιώνα. Η Δεξιά και η Αριστερά (εννοώντας την «καθαρή» Δεξιά και την «καθαρή» Αριστερά, που συνιστούν επαναστατικά κινήματα, και που επιθυμούν να εξέλθουν της ιστορίας –είτε στρεφόμενα στο παρελθόν είτε στρεφόμενα στο μέλλον, όπως κατέδειξε ο Καρλ Πόπερ–, αντί να τη βελτιώσουν) είναι κληρονόμοι του ανορθολογικού, βίαιου χιλιασμού, ενώ η δημοκρατική και φιλελεύθερη παράδοση βαδίζουν στο πνεύμα της Παπικής Επανάστασης. Ο Μαρξ, ο Λένιν και ο Χίτλερ αποτελούν ολοφάνερα εκπροσώπους του βίαιου χιλιασμού. Η διανοητική παράδοση που θεμελίωσε τις βασικές έννοιες της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού αντιπροσωπεύει ολοφάνερα τον σταδιακό, δικαιικό, επιστημονικό, ορθολογικό χιλιασμό και το πνεύμα της Παπικής Επανάστασης.

 

Φαίνεται ότι σε αυτό το πλαίσιο μετάλλαξης της εσχατολογικής προοπτικής, αυτά τα νέα ηθικά καθήκοντα της ανθρωπότητας, αυτές οι νέες ποιμαντικές ευθύνες της παποσύνης και σύνολης της Εκκλησίας, και τελικά αυτά τα νέα θεολογικά δόγματα, δεν υπήρξαν ούτε πλήρως εξηγήσιμα, ούτε προβλέψιμα, ούτε αναγκαία. Υποχρεούμαστε να μιλήσουμε για κάτι που προσομοιάζει με «προφητική» αλλαγή, με «θαύμα».

 

Κάποιος επινοεί ένα νέο μοτίβο, ένα νέο παράδειγμα μέσω του οποίου τα συγκεχυμένα στοιχεία μπαίνουν στη σωστή τους θέση.

 

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, διακυβεύεται το ίδιο πνευματικό φαινόμενο, η «επινόηση» ή η «δημιουργία». Στην πραγματικότητα, το επερχόμενο μοντέλο δεν απορρέει από το απερχόμενο, ούτε εμπεριεχόταν ή εμπερικλειόταν σε αυτό κατά οποιονδήποτε τρόπο. Πρόκειται για μια «τάξη βγαλμένη από το χάος». Ο όρος «πνευματικός» υποδηλώνει την αορατότητα μιας τέτοιας αλλαγής, με τις εσώτερές της αιτίες να αποκρύπτονται και τις εξώτερές της συνέπειες να αποκαλύπτονται.

 

Είναι ξεκάθαρο ότι η Παπική Επανάσταση υπήρξε γεγονός τέτοιας τάξης. Γιατί οι Πάπες και οι σύμβουλοί τους έκριναν ότι ο Χριστός δεν θα επέστρεφε, ότι ήταν πλέον στο χέρι των ανθρώπων να Του αλλάξουν γνώμη, και, κατά συνέπεια, ότι ήταν ηθικά υποχρεωμένοι να μεταμορφώσουν την κοινωνία και να επινοήσουν τα προσφορότερα εργαλεία προς επίτευξη αυτού του σκοπού; Γιατί διέβλεψαν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα υπό αυτό το πρίσμα; Γιατί δυσανασχέτησαν με τα παλιά μοντέλα; Και γιατί αυτό συνέβη εκείνη την περίοδο και όχι δύο ή τρεις αιώνες νωρίτερα ή αργότερα; Είμαστε αναγκασμένοι να μιλήσουμε για «θαύμα».

 

Το «βιβλικό θαύμα» συνίσταται στην επινόηση μιας νέας ηθικής, με την «αγάπη» ή το «έλεος» να υπερβαίνουν την απλή δικαιοσύνη. Αν κάποιος αγαπά, δεν μπορεί πλέον να ανέχεται το κακό (όπως έκαναν οι παγανιστές). Δεν μπορεί να αρκείται απλώς στην επανόρθωση των αδικιών που έχει ο ίδιος διαπράξει, αλλά επιπρόσθετα οφείλει να ξεριζώσει το κακό από τον κόσμο. Παραμένουμε ένοχοι για όσο διάστημα το κακό δεν έχει πλήρως συντριβεί. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα, νομίζω, μιας τόσο παρεξηγημένης έννοιας όπως το «προπατορικό αμάρτημα». Μια τέτοια ηθική επανάσταση αλλοιώνει την αίσθηση της ιστορίας ή, ακριβέστερα, δημιουργεί ό,τι αποκαλούμε «Ιστορία»: ο χρόνος παύει πλέον να είναι κυκλικός και γίνεται γραμμικός· εκκινεί από μια αρχή, την Πτώση, και κατευθύνεται προς ένα τέλος, την εξάλειψη του κακού.

 

Το πέμπτο «θαύμα» της Δύσης είναι η συνειδητοποίηση, για πρώτη φορά στη διανοητική ιστορία, της έννοιας της «αυθόρμητης» ή «αυτοοργανωμένης» κοινωνικής τάξης, ή, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Πολάνι, της «λογικής της ελευθερίας».

 

Επομένως, η συγγραφή ενός από τα πλέον ιερά κείμενα της ανθρωπότητας θα πρέπει να αποδοθεί σε κοσμικά και ταπεινά, παρά θρησκευτικά, αίτια. Κανείς δεν μπορεί πλέον να πιστέψει ότι η Τορά γράφτηκε από το χέρι του Θεού που παραμέρισε τα σύννεφα ή από τον Μωυσή που άκουσε απευθείας τη φωνή του Θεού μέσα από την καιόμενη βάτο. Νεότεροι μελετητές έχουν επεξεργαστεί αρκετές τέτοιες ευφυείς, απομυθευτικές ερμηνείες. Τα Ευαγγέλια, επίσης, δεν μπορούν πλέον να διαβαστούν ως άμεσες μαρτυρίες· τα ύστερα αυτά έργα, γραμμένα δεκαετίες μετά τον θάνατο του Χριστού, αντανακλούν τα δόγματα κάποιων περίκλειστων κοινοτήτων, όπως αυτά αναπτύχθηκαν σταδιακά για να υπηρετήσουν τις λειτουργικές τους ανάγκες. Μαρτυρίες, προερχόμενες από άλλες ομάδες, έχουν αμετάκλητα χαθεί ή υποεκτιμηθεί. Η οριστικοποίηση του κανόνα τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης φέρει το αποτύπωμα των συγκρούσεων αντίπαλων ομάδων, και είναι ενίοτε προφανές ότι οι ισχυρότεροι, και όχι οι σοφότεροι, αναδείχτηκαν νικητές.

 

Παρόλα αυτά, το να ισχυριστεί κάποιος ότι η Βίβλος συνιστά απλώς ένα «παρακολούθημα» μιας σειράς τέτοιων τυχαίων συμβάντων θα ήταν παντελώς εσφαλμένο. Όπως μου είπε κάποτε ο Εμμανουήλ Λεβινάς, το αληθινό θαύμα δεν είναι ότι ο Θεός αποκάλυψε το πρόσωπό Του σε έναν μικρό αριθμό ανθρώπων, την ίδια στιγμή που το απέκρυψε από τους υπολοίπους. Απεναντίας, το αληθινά συγκλονιστικό θαύμα είναι ότι, παρόλο που η Βίβλος αποτελεί προϊόν μιας μακραίωνης διαδικασίας, στο οποίο συνέβαλαν εκατοντάδες ανεξάρτητοι μεταξύ τους συγγραφείς διαφορετικών προφανώς προθέσεων, οι περισσότερες από τις ποικίλες συμβολές εντούτοις συνέκλιναν. Το θαύμα έγκειται στο ότι το τελικό προϊόν αυτής της μη σκοπούμενης διαδικασίας αποδείχτηκε εν τέλει τόσο βαθιά συνεκτικό, όπως ακριβώς το σχολιαστικό ανά τους αιώνες έργο έχει επανειλημμένα αναδείξει. Για μια ακόμα φορά, αυτή η παράδοξη σύγκλιση των διάσπαρτων διανοητικών και πρακτικών πρωτοβουλιών μπορεί να ερμηνευθεί μόνο αν αποδεχτούμε την «πνευματική» τους φύση, τον ρόλο δηλαδή των εβραίων και χριστιανών προφητών, οι οποίοι δεν έκαναν τίποτα άλλο από το να αποκαλύψουν τα νέα ήθη, όπως και το νέο όραμα της μελλοντικής ανθρωπότητας, με λίγα αλλά ξεκάθαρα λόγια. Αφότου αρθρώθηκαν αυτά τα λόγια, μια ιδέα παρουσιάστηκε στον κόσμο που πρόσφερε σε όλους τους μεταγενέστερους βιβλικούς συγγραφείς τα ίδια εσώτερα μοτίβα μέσω των οποίων μπορούσαν «να αντικρίσουν την πραγματικότητα» με παρεμφερή τρόπο, έτσι ώστε το σύνολο σχεδόν των επακόλουθων τυχαίων ιστορικών γεγονότων να μπορούσαν να ιδωθούν ότι επιβεβαιώνουν, παρά διαψεύδουν, το ίδιο δράμα.

 

 Η βιολογία από την εποχή του Δαρβίνου, και η αστρονομία πολύ πιο πρόσφατα, έχουν αποδείξει ότι η ζωή και ο φυσικός κόσμος έχουν τη δική τους «ιστορία». Ωστόσο, σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο εκτός του ανθρώπινου βίου, η εξέλιξη αποτελεί απλώς προϊόν τύχης και αναγκαιότητας. Δεν μπορεί να εντοπιστεί κανενός είδους προθετικότητα σε αυτήν. Σίγουρα, από πολλές απόψεις, αυτό ισχύει ακόμα και εντός της ίδιας της ανθρώπινης ιστορίας, όπου αρκετά γεγονότα διαμορφώνονται μάλλον μόνο μέσω εξελικτικών, τύπου δοκιμής και λάθους, διεργασιών, σύμφωνα με τη λογική που ανέδειξε ο Χάγιεκ. Νομίζω ωστόσο ότι αυτό δεν επαρκεί για να ερμηνεύσουμε την ιστορία σε βάθος (με αυτό να αποτελεί το όριο της χαγιεκιανής φιλοσοφίας). Κάποιος μπορεί να δει ότι ενίοτε, σε ειδικές προνομιακές καταστάσεις, όπως αυτές με τις οποίες καταπιάστηκα πρωτύτερα, η ιστορία καθοδηγείται, προσανατολίζεται μέσω ανθρώπινων πρωτοβουλιών. Κατά καιρούς, ορισμένοι πεφωτισμένοι άνθρωποι βρίσκονται σε θέση να «διαβλέψουν το μέλλον», και, «διαβλέποντάς» το και μόνο, το δημιουργούν. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος ανέρχεται στο προσκήνιο, φαίνεται ότι μπορεί να συνεργήσει με την τύχη και την αναγκαιότητα ή με τον Θεό στη δημιουργία του κόσμου. Η δημιουργία δε συνιστά πλέον μια ανεξάρτητη, απρόσωπη δύναμη: ο άνθρωπος λαμβάνει τώρα μέρος σε αυτήν.

 

Αν αποδεχτούμε αυτή την προβληματική, η πρόοδος στην ιστορία δε θα συνιστούσε πλέον αποκλειστικά μια τυχαία διαδικασία. Θα μπορούσε να είναι, έως έναν ορισμένο βαθμό, μια ευφυής, εμπρόθετη διαδικασία, καθοδηγούμενη από έναν συνειδητό αναστοχασμό πάνω στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας. Η περιγραφή μας όμως των πέντε «θαυμάτων» της δυτικής ιστορίας μάς έχει δείξει ότι αυτή η δημιουργία, ό,τι και αν υπήρξε, δεν υπήρξε πάντως μια λογική διαδικασία. Διότι το νέο όραμα που τέμνει την ιστορία στα δύο δεν ανάγεται σε παλιά οράματα. Αναδύεται χάρη σε μια περίεργη «αλχημεία» που καμία καρτεσιανή σκέψη δε δύναται να ερμηνεύσει, διότι αν και αυτή η αλχημεία μεταλλάσσει το όραμα, η ίδια παραμένει αφανής. Όπως έδειξε ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού (καλύτερα ίσως από τον Χέγκελ), το «πνεύμα» προχωρά μόνο τη «νύχτα», επομένως, με μια έννοια, το «πνεύμα» είναι «νύχτα». Καθώς η πρόοδος στην ιστορία –είτε πρόκειται για επιστήμες και τέχνες είτε για ηθικές, πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις– είναι μια ασυνεχής διαδικασία, οφείλουμε να τη συλλάβουμε ως μια νυχτερινή διαδικασία. Έτσι απορρίπτεται οποιαδήποτε θετικιστική θεώρηση της ιστορίας και της ιστορίας των επιστημών, όπως προτάθηκε από τον Αύγουστο Κοντ ή τον Κύκλο της Βιέννης.

 

Συνεπώς, μεταβάλλεται, εντέλει, η οπτική μας για την ίδια την ορθολογικότητα. Αν αναγνωρίσουμε ότι η ιστορία πορεύεται μέσω διανοητικών αλμάτων, και αν αναγνωρίσουμε ειδικότερα ότι ο κατεξοχήν ορθολογικός πολιτισμός, ο δυτικός πολιτισμός, δεν υπήρξε απόρροια κάποιας σαφούς και ξεκάθαρης συλλογιστικής, αλλά γεννήθηκε από μια καινοτόμο θέαση του κόσμου, όπως αυτή προφητικά προβλήθηκε κατά την Παπική Επανάσταση, είμαστε υποχρεωμένοι να επεξεργαστούμε μια καινούργια, ευρύτερη έννοια του Λόγου.

 

Συνεπώς, θα πρέπει μάλλον να γεφυρώσουμε το χάσμα εντός της ίδιας της έννοιας του Λόγου. Ορθολογικό δεν είναι μόνο ό,τι δένει με ένα δοσμένο σχήμα. Η διαδικασία επινόησης νέων σχημάτων εντάσσεται και αυτή στον Λόγο με μια ευρύτερη έννοια.