Κινγκ, Μάρτιν Λούθερ

Το προσκύνημά μου στη μη βία

(μτφρ.)
Θανάσης Κουραβέλος

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Μάιος 2015, σ. 15
Θέματα: 
Βία/Μη ΒίαΠροσωπική μαρτυρία
ΘρησκειολογίαΧριστιανικός ειρηνισμός
Λέξεις-κλειδιά: 
Θορό
πολιτική ανυπακοή
ανθρώπινη φύση
αρχαία και νεότερη ηθική και πολιτική σκέψη
Μαρξ
μαρξισμός
κομμουνισμός
ολοκληρωτισμός
δυτικός πολιτισμός
Νίτσε
Γκάντι
Ρέινολντ Νίμπουρ
σύγχρονη θεολογία
προσωποκρατισμός
μποϊκοτάζ των λεωφορείων στο Μοντγκόμερι

Απόσπασμα από το «Εισαγωγικό σημείωμα»:

 

Ο Κινγκ στον αγώνα του για τα δικαιώματα των μαύρων άντλησε δύναμη από δύο κυρίως πηγές. Πρώτον, από τη χριστιανική βεβαιότητα ότι ο αγώνας υπέρ της δικαιοσύνης είναι θεϊκά επικυρωμένος (βλέπε Μακαρισμούς) και από την χριστιανική εσχατολογία ότι, παρ’ όλες τις όποιες προσωρινές απογοητεύσεις, ο εν λόγω αγώνας τελικά θα δικαιωθεί, με τους αγωνιστές μάλιστα να επιβραβεύονται. Δεύτερον, από την πολιτειακή κατοχύρωση της ισότητας, που έπρεπε επιτέλους να γίνει πράξη και για τους μαύρους, όπως αυτή σημειώνεται γλαφυρά στη Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας: Θεωρούμε ότι αυτές οι αλήθειες είναι αυταπόδεικτες, ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι, ότι ο Δημιουργός τους τους έχει προικίσει με ορισμένα αναφαίρετα Δικαιώματα, ότι μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών είναι η Ζωή, η Ελευθερία και η επιδίωξη της Ευτυχίας. Ο Κινγκ δεν θεωρούσε τον εαυτό του ακραίο αλλά γνήσιο τέκνο του αμερικανικού ονείρου για ισότητα.

 

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Φυσικά υπήρχαν σημεία στα οποία διαφοροποιούμουν από τον Ράουσενμπους. Αισθανόμουν ότι είχε πέσει θύμα της, χαρακτηριστικής για τον δέκατο ένατο αιώνα, «πίστης στο αναπόφευκτο της προόδου» που τον οδηγούσε σε έναν επιφανειακό αισιοδοξισμό αναφορικά με την ανθρώπινη φύση.

 

Κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών του 1949 αποφάσισα να περάσω τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζοντας Καρλ Μαρξ σε μια προσπάθεια να κατανοήσω τη γοητεία που ασκούσε ο κομμουνισμός σε τόσους πολλούς ανθρώπους. Για πρώτη φορά εξέτασα σε βάθος Το Κεφάλαιο και Το κομμουνιστικό μανιφέστο. Διάβασα επίσης ορισμένα ερμηνευτικά έργα πάνω στη σκέψη των Μαρξ και Λένιν. Διαβάζοντας τέτοια κομμουνιστικά έργα εξήγαγα ορισμένα συμπεράσματα που με ακολουθούν έως σήμερα.

 

Πρώτον, απέρριψα την υλιστική τους ερμηνεία για την ιστορία. Ο κομμουνισμός, δεδηλωμένα εκκοσμικευτικός και υλιστικός, δεν αφήνει καθόλου χώρο για τον Θεό. Αυτό δεν θα μπορούσα ποτέ να το δεχτώ, αφού, ως χριστιανός, πιστεύω ότι υπάρχει μια δημιουργική εμπρόσωπη δύναμη σε αυτό το σύμπαν που συνιστά τη βάση και την ουσία όλης της πραγματικότητας – μια δύναμη που δεν μπορεί να εξηγηθεί με υλιστικούς όρους. Η ιστορία καθοδηγείται τελικά από το πνεύμα, όχι την ύλη.

 

Δεύτερον, διαφωνούσα σφόδρα με τον ηθικό σχετικισμό του κομμουνισμού. Εφόσον για τον κομμουνιστή δεν υπάρχει καμία θεία εξουσία, καμία απόλυτη ηθική τάξη, δεν υπάρχουν πάγιες, αμετάλλακτες αρχές· συνεπώς σχεδόν οτιδήποτε –ισχύς, βία, έγκλημα, απάτη– αποτελεί θεμιτό μέσο για τον «χιλιαστικό» σκοπό. Αυτός ο τύπος σχετικισμού μου ήταν απεχθής. Ένας εποικοδομητικός στόχος δεν μπορεί ποτέ να παράσχει απόλυτη ηθική νομιμοποίηση σε καταστροφικά μέσα, γιατί, σε τελική ανάλυση, ο στόχος ενυπάρχει σε αυτά.

 

Τρίτον, ήμουν αντίθετος στον πολιτικό ολοκληρωτισμό του κομμουνισμού. Στον κομμουνισμό το άτομο καταλήγει δούλος του κράτους. Πράγματι, ένας μαρξιστής θα ισχυριζόταν ότι το κράτος αποτελεί μια «προσωρινή» κατάσταση, η οποία πρόκειται να εξαλειφθεί με την ανάδυση της αταξικής κοινωνίας· όλα ωστόσο υπηρετούν το κράτος ενόσω υπάρχει, με τον άνθρωπο να συνιστά απλώς ένα μέσο του. Και αν τα αποκαλούμενα δικαιώματα ή ελευθερίες οποιουδήποτε ανθρώπου σταθούν εμπόδιο σε αυτόν τον στόχο, μπαίνουν απλώς στην άκρη. Η ελευθερία της έκφρασης, η ελευθερία της ψήφου, η ελευθερία να ενημερώνεται κάποιος με τον τρόπο που θέλει ή να επιλέγει βιβλία της αρεσκείας του περιορίζονται όλες. Η ανθρώπινη συνθήκη, στον κομμουνισμό, μετά βίας ξεπερνά αυτή ενός αποπροσωποποιημένου γραναζιού στον περιστρεφόμενο τροχό του κράτους.

 

Αυτή η απαξίωση της ατομικής ελευθερίας με έβρισκε αντίθετο. Σήμερα είμαι πεπεισμένος, όπως ήμουν και τότε, ότι ο άνθρωπος αποτελεί αυτοσκοπό επειδή είναι τέκνο του Θεού. Ο άνθρωπος δεν φτιάχτηκε για το κράτος· το κράτος φτιάχτηκε για τον άνθρωπο. Η στέρηση της ελευθερίας από τον άνθρωπο ισοδυναμεί με τον υποβιβασμό του στο επίπεδο του πράγματος και όχι με την προαγωγή του στο επίπεδο του προσώπου. Ο άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζεται ως μέσο προς εξυπηρέτηση κρατικών συμφερόντων, αλλά πάντοτε ως αυτοσκοπός.

 

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η στάση μου απέναντι στον κομμουνισμό ήταν και παραμένει αρνητική, και τον θεωρούσα κατά βάση καταστροφικό, υπήρχαν θέσεις του που συνιστούσαν πρόκληση για τη σκέψη μου. Ο εκλιπόντας Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπουρι, Ουίλιαμ Τεμπλ, αναφέρθηκε στον κομμουνισμό ως μια χριστιανική αίρεση. Με αυτό υπαινίχθη ότι ο κομμουνισμός οικειοποιήθηκε ορισμένες αλήθειες που συνιστούν ουσιώδη στοιχεία της χριστιανικής κοσμοαντίληψης, αλλά τις συνέδεσε με έννοιες και πρακτικές που κανένας χριστιανός δεν θα μπορούσε πότε να αποδεχτεί ή να διακηρύξει. Ο κομμουνισμός προκάλεσε στον εκλιπόντα Αρχιεπίσκοπο και πρέπει να προκαλεί σε κάθε χριστιανό –όπως προκάλεσε και σε εμένα– ένα αυξημένο ενδιαφέρον για την κοινωνική δικαιοσύνη. Παρ’ όλες τις εσφαλμένες υποθέσεις και τις ανήθικες μεθόδους του, ο κομμουνισμός αναπτύχθηκε ως μια διαμαρτυρία ενάντια στις δοκιμασίες των φτωχών. Ο κομμουνισμός έδωσε υποτίθεται προτεραιότητα στην αταξική κοινωνία και την κοινωνική δικαιοσύνη, αν και ο κόσμος γνωρίζει από πικρή εμπειρία ότι στην πράξη παρήγαγε νέες τάξεις και ένα νέο λεξιλόγιο ανισότητας. Ο χριστιανός πρέπει πάντοτε να συγκινείται από οποιαδήποτε διαμαρτυρία ενάντια στην άδικη μεταχείριση των φτωχών, αφού ο ίδιος ο χριστιανισμός συνιστά μια ανάλογη διαμαρτυρία, κάτι που πουθενά αλλού δεν εκφράστηκε γλαφυρότερα από ό,τι στα λόγια του Ιησού: «Tο Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και με έστειλε να αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους συντριμμένους ψυχικά. Στους αιχμαλώτους να κηρύξω απελευθέρωση και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομό που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στον λαό του» (Λουκάς 4:18-19).

 

Αναζήτησα επίσης σοβαρά αντεπιχειρήματα στην κριτική του Μαρξ για τη σύγχρονη αστική κουλτούρα. Κατά βάθος, παρουσίαζε τον κεφαλαιοκρατισμό ως μια πάλη μεταξύ των ιδιοκτητών των παραγωγικών μέσων και των εργατών, τους οποίους ο Μαρξ θεωρούσε ως τους πραγματικούς παραγωγούς. Ο Μαρξ προσέλαβε τις οικονομικές δυνάμεις ως τη διαλεκτική διαδικασία μέσω της οποίας η κοινωνία μετέβη από τον φεουδαλισμό, διαμέσου του κεφαλαιοκρατισμού, στον σοσιαλισμό, με τον πρωταρχικό μηχανισμό αυτής της ιστορικής κίνησης να είναι η πάλη μεταξύ οικονομικών τάξεων με ασυμφιλίωτα συμφέροντα. Προφανώς, αυτή η θεωρία δεν έλαβε υπόψη της τις πολυάριθμες και σημαντικές περιπλοκότητες –πολιτικές, οικονομικές, ηθικές, θρησκευτικές και ψυχολογικές– που έπαιξαν έναν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση του αστερισμού θεσμών και ιδεών γνωστού σήμερα ως δυτικός πολιτισμός. Επίσης, ξεπεράστηκε από την ιστορία με την έννοια ότι ο κεφαλαιοκρατισμός για τον οποίο έγραψε ο Μαρξ εν μέρει μόνο μοιάζει με τον κεφαλαιοκρατισμό που γνωρίζουμε σήμερα σε αυτήν τη χώρα.

 

Αν και ο σύγχρονος αμερικανικός κεφαλαιοκρατισμός έχει, μέσω κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, μειώσει δραστικά την ψαλίδα, υπάρχει ακόμη η ανάγκη για μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου. Επιπλέον, ο Μαρξ είχε αποκαλύψει την επικινδυνότητα του κινήτρου του κέρδους ως τη μόνη βάση για ένα οικονομικό σύστημα: ο κεφαλαιοκρατισμός κινδυνεύει συνεχώς να εμπνέει στους ανθρώπους μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την υλική ευημερία παρά για το ευ ζην. Συνηθίζουμε να κρίνουμε την επιτυχία από το ύψος του μισθού μας ή το μέγεθος των αυτοκινήτων μας, παρά μάλλον από την ποιότητα των υπηρεσιών μας και της σχέσης μας προς την ανθρωπότητα – έτσι ο καπιταλισμός μπορεί να οδηγήσει σε έναν απόλυτο υλισμό που είναι εξίσου ολέθριος με αυτόν του κομμουνισμού.

 

Εν ολίγοις, διάβασα τον Μαρξ όπως διάβασα όλους τους επιδραστικούς στοχαστές της ιστορίας – από μια διαλεκτική οπτική σκοπιά, συνδυάζοντας ένα μερικό «ναι» με ένα μερικό «όχι». Στον βαθμό που ο Μαρξ εισηγούνταν έναν μεταφυσικό υλισμό, έναν ηθικό σχετικισμό και έναν στραγγαλιστικό ολοκληρωτισμό, ανταπαντούσα με ένα ξεκάθαρο «όχι»· στον βαθμό όμως που υποδείκνυε τις αδυναμίες του παραδοσιακού κεφαλαιοκρατισμού, συνεισέφερε στην ανάπτυξη μιας ξεκάθαρης αυτοσυνειδησίας στις μάζες και συνιστούσε πρόκληση για την κοινωνική συνείδηση των χριστιανικών εκκλησιών, ανταπαντούσα με ένα κατηγορηματικό «ναι».

 

Διαβάζοντας τον Μαρξ πείστηκα επιπλέον ότι η αλήθεια δεν βρίσκεται ούτε στον μαρξισμό ούτε στον παραδοσιακό κεφαλαιοκρατισμό. Καθένας τους αντιπροσωπεύει μια μερική αλήθεια. Ιστορικά μιλώντας, ο κεφαλαιοκρατισμός δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει την αξία της συλλογικής δράσης και ο μαρξισμός δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει την αξία της ατομικής. Ο κεφαλαιοκρατισμός του δέκατου ένατου αιώνα δεν κατάφερε να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή είναι κοινωνικό γεγονός και ο μαρξισμός δεν κατάφερε, και ακόμη αδυνατεί, να συνειδητοποιήσει ότι η ζωή είναι ατομικό και προσωπικό γεγονός. Η Βασιλεία του Θεού δεν ενέχει ούτε τη θέση της ατομικής δράσης ούτε την αντίθεση της συλλογικής, αλλά μια σύνθεση που συμφιλιώνει τις αλήθειες και των δύο.

 

Εκείνη την περίοδο είχα σχεδόν απελπιστεί σχετικά με την ικανότητα της αγάπης να επιλύει κοινωνικά προβλήματα. Ενδεχομένως, η πίστη μου στην αγάπη να είχε προσωρινά κλονιστεί από τη φιλοσοφία του Νίτσε. Διάβασα αποσπάσματα του έργου Γενεαλογία της ηθικής και ολόκληρο το Η θέληση για δύναμη. Η αποθέωση της δύναμης από τον Νίτσε –σύμφωνα με τη θεωρία του όλη η ζωή εξέφραζε τη θέληση για δύναμη– ήταν απότοκο της περιφρόνησής του για την κοινή ηθική. Επιτέθηκε στο σύνολο της εβραιοχριστιανικής ηθικής –στις αρετές της ευσέβειας, της ταπεινότητας και της αλλοκοσμικότητας και στη στάση της απέναντι στις κακουχίες– ως την αποθέωση της αδυναμίας, ως την προσπάθεια να κάνει την ανάγκη και την ανημποριά φιλοτιμία.

 

Καθώς ερευνούσα σε μεγαλύτερο βάθος τη φιλοσοφία του Γκάντι, ο σκεπτικισμός μου αναφορικά με τη δύναμη της αγάπης σταδιακά εξασθένησε και, για πρώτη φορά, έφθασα να αντιληφθώ την αποτελεσματικότητά της στο πεδίο των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Πριν διαβάσω τον Γκάντι, είχα σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ηθική του Ιησού είχε αποτέλεσμα μόνο στις διαπροσωπικές σχέσεις. Οι φιλοσοφίες «στρέψε και το άλλο μάγουλο» και «αγάπα τον εχθρό σου» είχαν νόημα, αισθανόμουν, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ ατόμων· σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ φυλετικών ομάδων ή εθνών μια ρεαλιστικότερη προσέγγιση φάνταζε αναγκαία. Αφού διάβασα όμως τον Γκάντι, συνειδητοποίησα πόσο εντελώς πλανεμένος ήμουν.

 

Ο πραγματικός ειρηνισμός δεν σημαίνει μη ρεαλιστική υποταγή στη δύναμη του κακού, όπως διατείνεται ο Νίμπουρ. Αντιθέτως, είναι μια θαρραλέα αντίκρουση του κακού μέσω της δύναμης της αγάπης, πιστεύοντας ακράδαντα ότι είναι προτιμότερο να υφίστασαι τη βία παρά να την ασκείς, αφού το δεύτερο πολλαπλασιάζει απλώς τη βία και την εχθρότητα στο σύμπαν, ενώ το πρώτο ενδεχομένως αναπτύξει μια αίσθηση ντροπής στον αντίπαλο και, κατά αυτόν τον τρόπο, επιφέρει μια μεταμόρφωση και μια ψυχική μεταστροφή.

 

Επιπροσθέτως, ο Νίμπουρ υπήρξε εκπληκτικά διορατικός αναφορικά με την ανθρώπινη φύση, ειδικότερα σε σχέση με τη συμπεριφορά των εθνών και των κοινωνικών ομάδων. Διαθέτει βαθιά επίγνωση της περιπλοκότητας των ανθρώπινων κινήτρων και της σχέσης μεταξύ ηθικής και εξουσίας. Η θεολογία του είναι μια συνεχή υπόμνηση της πραγματικότητας της αμαρτίας σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτά τα στοιχεία στη σκέψη του Νίμπουρ με βοήθησαν να αναγνωρίσω τις ψευδαισθήσεις ενός ρηχού αισιοδοξισμού σχετικά με την ανθρώπινη φύση και τους κινδύνους ενός απατηλού ιδεαλισμού. Αν και συνέχιζα να πιστεύω στο δυναμικό του ανθρώπου για να πράττει το καλό, ο Νίμπουρ με έκανε να συνειδητοποιήσω ταυτόχρονα το δυναμικό του για να πράττει το κακό. Επιπλέον, ο Νίμπουρ με βοήθησε να αναγνωρίσω την περιπλοκότητα της συλλογικής ζωής του ανθρώπου και την εκτυφλωτική πραγματικότητα του συλλογικού κακού.

 

Όταν πήγα στο Μοντγκόμερι ως πάστορας, δεν είχα την παραμικρή ιδέα ότι αργότερα θα γινόμουν μέρος μιας κρίσης στην οποία η μη βίαιη αντίσταση θα έβρισκε εφαρμογή. Ούτε ξεκίνησα ούτε ενθάρρυνα τη διαμαρτυρία. Ανταποκρίθηκα απλώς στο κάλεσμα των ανθρώπων να τους εκπροσωπήσω. Όταν ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες, ο νους μου, συνειδητά ή ασυνείδητα, μεταφέρθηκε πίσω στην επί του Όρους Ομιλία, με τις ανυπέρβλητες διδαχές της για την αγάπη, και την γκαντιανή μέθοδο της μη βίαιης αντίστασης. Καθώς οι μέρες περνούσαν, έφθασα να συνειδητοποιήσω τη δύναμη της μη βίας ολοένα και πιο πολύ. Βιώνοντας την ίδια την εμπειρία της διαμαρτυρίας, η μη βία έγινε κάτι παραπάνω από μια μέθοδο στην οποία συγκατένευα θεωρητικά· μετετράπη σε δέσμευση σε έναν τρόπο ζωής. Αρκετά από τα σημεία που δεν είχα ξεκαθαρίσει θεωρητικά σχετικά με τη βία επιλύονταν τώρα στη σφαίρα της πρακτικής δράσης.