Χόλαντερ, Πολ

Ταξιδεύοντας στην Πελοπόννησο

(μτφρ.)
Θανάσης Κουραβέλος

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Οκτώβριος 2018, σ. 15
Θέματα: 
Ελληνικές ΣπουδέςΤαξιδιωτικές εμπειρίες
Λέξεις-κλειδιά: 
περιηγητισμός
ταξίδι αυτοανακάλυψης
νεοτερικότητα
παράδοση
ατομικισμός
εξωτισμός
ανομία
περιβαλλοντική συνείδηση

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Ακόμη συνεχίζει να προκαλεί ενδιαφέρον το ερώτημα γιατί τόσο πολλοί μορφωμένοι ή εύποροι συνεγείρονται τόσο με το παρελθόν και τα κατάλοιπά του. Προς τι η νοσταλγία για τις πιο απλές εποχές; Το ενδιαφέρον για το παλιό δεν είναι απλώς μια αντίδραση στα άχθη και τα άγχη της νεοτερικότητας, σε έναν συμφορημένο, περίπλοκο, μολυσμένο πολιτισμό. Ήδη από τα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα και τις αρχές του δέκατου ένατου Ευρωπαίοι συγγραφείς και καλλιτέχνες ταξίδευαν σε μέρη όπου επιδίωκαν να ανακαλύψουν και να επανακαλύψουν χαμένες αρετές, απολαύσεις, ευαισθησίες. Τόσο οι διαφωτιστές διανοούμενοι όσο και, λίγο αργότερα, οι ρομαντικοί ασχολήθηκαν μανιωδώς με το παρελθόν, με τα κατάλοιπα παραδοσιακών κοινωνιών όπου αναζητούσαν καθοδήγηση και ανακούφιση από τις δυσχέρειες του ελάχιστα τότε εκμοντερνισμένου κόσμου τους. Ο Τζέιμς Μπόσγουελ, ο Σατωβριάνδος, ο Βύρωνας, ο Φλομπέρ, ο Γκέτε, ο Χάινε, ο Σέλεϊ και ο Γουόρντσγουορθ ήταν μερικοί από αυτούς τους ταξιδιώτες.

 

Αυτοί οι συγγραφείς και καλλιτέχνες, λίγοι στον αριθμό, αποτέλεσαν την πρωτοπορία ενός κινήματος, τους πρωτεργάτες αυτού που θα εμφανιζόταν στις μέρες μας: τα δημοφιλή «ταξίδια αυτοανακάλυψης» που κάνει ένας μεγάλος αριθμός από ευκατάστατους, μορφωμένους ανθρώπους της μεσαίας και της ανώτερης τάξης.

 

Τα ταξίδια αποσυνδεδεμένα από χρησιμοθηρικές επιδιώξεις σχετίζονται με την άνοδο και την εξάπλωση του ατομικισμού, με το να παίρνει κάποιος στα σοβαρά τον εαυτό του, και με την πίστη στη μοναδικότητα κάποιου ή το καθήκον του να την ανακαλύψει. Όπως έχει υποστηριχθεί από τον Πολ Φάσελ, το ταξίδι συνιστά επιπλέον μια «διαφυγή … από την εντόπια ταυτότητα του ταξιδιώτη». Η επιθυμία για αυτήν τη φυγή συγκρούεται με την αντίληψη της ταυτότητας ως πρωταρχικά στηριγμένη στους κοινωνικούς ρόλους κάποιου, κάτι που θεωρείται ασφυκτικά περιοριστικό και άδικο για τη μοναδικότητα της ατομικότητάς του. Ο ατομικισμός συνιστά απότοκο της νεοτερικότητας, ή της πρώιμης νεοτερικότητας, μιας οξυμένης δυσανεξίας στις συνθήκες που θεωρούνται ότι καταπνίγουν το θαυμαστό και κρυμμένο δυναμικό του εαυτού.  

 

Ένα βασικό ατού των ταξιδιών είναι η ταύτισή τους με το καινούργιο και το διαφορετικό, με τη διακοπή της ρουτίνας και την υπόσχεση της απρόσμενης συνάντησης με νέους και πιο πλήρεις τρόπους ζωής. Εδώ, υπάρχει ωστόσο ένα παράδοξο από τη στιγμή που οι παραδοσιακές κοινωνίες είναι, ή φαίνονται ότι είναι, σταθερές και αναλλοίωτες, ένα από τα στοιχεία ακριβώς της γοητείας τους. Πώς μπορούν οι δύο αυτές επιθυμίες, για το καινούργιο και το παραδοσιακό, να συμφιλιωθούν;

 

Η βασική, αν και συνήθως ανομολόγητη, γοητεία των παραδοσιακών κοινωνιών έγκειται στις ηθικές και υπαρξιακές βεβαιότητες που παρέχουν· όσοι ανήκουν σε αυτές δεν δυσκολεύονται σχεδόν καθόλου στο να αποφασίσουν τι θα κάνουν με τις ζωές τους και στο να εκφέρουν ηθικές κρίσεις· ούτε έχουν προβλήματα ταυτότητας. 

 

Σε τέτοιους σημαντικούς προορισμούς οι ταξιδιώτες ελπίζουν να σκοντάψουν πάνω στους απογόνους, αν όχι στις ίδιες τις ενσαρκώσεις, του ευγενούς αγρίου και την εναπομείνασα παρθένα φύση. Για τους Αμερικανούς και τους αστικοποιημένους Ευρωπαίους, ακόμα και σύγχρονοι αγρότες, χωρικοί ή ψαράδες περνιούνται ορισμένες φορές για ευγενείς άγριοι.

 

Σε ένα πρόσφατο ταξίδι στην Ελλάδα αντίκρισα σοκαρισμένος έναν τεράστιο θερμοηλεκτρικό σταθμό να ξερνά καπνούς στο κέντρο της Πελοποννήσου μέσα σε ένα πανέμορφο ορεινό τοπίο, σε μικρή απόσταση από τα καλοδιατηρημένα ερείπια της βυζαντινής πόλης του Μυστρά. Δεν γνωρίζω πότε χτίστηκε, ούτε εάν υπήρχαν εναλλακτικές για την κατασκευή ενός τόσο έκδηλα ρυπογόνου σταθμού. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι κάτοικοι της περιοχής που με αυτόν τον τρόπο προμηθεύονται το ρεύμα τους δεν θα έβγαζαν οικειοθελώς από την πρίζα την τηλεόραση ή το ψυγείο τους προκειμένου να απολαύσουν καθαρό αέρα και παρθένα τοπία.  

 

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάποιος μαθαίνει ελάχιστα ουσιαστικά πράγματα για έναν λαό με τον οποίο δεν μοιράζεται μια κοινή γλώσσα και έναν κοινό τρόπο ζωής. Στην Ελλάδα, αρκετοί από τους ντόπιους μιλούσαν κάποια Αγγλικά αλλά οι κουβέντες μας αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό σύντομες, καθημερινές συναλλαγές. Ακόμα και έτσι, κάποιες εντυπώσεις πράγματι προκαλούνται και διατηρούνται. Οι οδηγητικές συνήθειες δίνουν μια κάποια ιδέα για τον εθνικό χαρακτήρα, ή πτυχές του, καθώς ποικίλουν με τυποποιημένο τρόπο από χώρα σε χώρα. Η Ελλάδα ανήκει σίγουρα σε αυτές τις χώρες –μαζί με τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και άλλες στην Ευρώπη– όπου οι άνθρωποι οδηγούν επιθετικά και επικίνδυνα.

 

Οι Έλληνες οδηγοί δεν το έχουν σε τίποτα να κάνουν προσπέραση, ή να επιχειρήσουν να κάνουν προσπέραση, σε ορεινούς δρόμους διπλής κατεύθυνσης με υπολογίσιμη κυκλοφορία. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι (άνδρες κυρίως) είναι τόσο ανυπόμονοι, επιθετικοί και ανταγωνιστικοί σε αυτές τις συνθήκες; Μία εξήγηση μπορεί να είναι ότι, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τμήματα της Δυτικής Ευρώπης, η εκτεταμένη αυτοκίνηση στην Ελλάδα είναι πιο πρόσφατη και επομένως η κατοχή αυτοκινήτου είναι πιο πολύ θέμα περηφάνιας και έπαρσης. Ωστόσο, υπάρχει επίσης μια κάποια γενική ανυπομονησία και λιγότερη αυτοπειθαρχία που παρατηρούνται εντονότερα σε όλες τις μεσογειακές χώρες. Στη Βρετανία, την Ολλανδία, τη Σκανδιναβία, και πάνω από όλα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, οι άνθρωποι οδηγούν με έναν πιο πειθαρχημένο, λιγότερο τσαμπουκαλίδικο τρόπο. Οι ελληνικές, γαλλικές και ιταλικές οδηγητικές συνήθειες είναι συγκρίσιμες με εκείνες αρκετών Αμερικανών νεαρών ανδρών. Η έπαρση αποτελεί σίγουρα μέρος της εξήγησης. Τα πολλά εκκλησάκια στις άκρες των δρόμων που ανεγείρονται στη μνήμη των θυμάτων αυτών των οδηγητικών συνηθειών μαρτυρούν τις συνέπειές τους.

 

Νομίζω ότι υπάρχει μια παράδοξη σχέση μεταξύ παράδοσης, νεοτερικότητας και φροντίδας για το περιβάλλον. Η νεοτερικότητα, όπως εκδηλώθηκε με την πληθυσμιακή αύξηση και πίεση, όπως και με την αστικοποίηση και βιομηχανοποίηση, αποδείχθηκε σαφώς επιζήμια για το περιβάλλον. Από την άλλη, μόνο η παρατεταμένη νεοτερικότητα γεννά εκείνο το είδος στάσης ή νοοτροπίας που είναι συνειδητά φιλοπεριβαλλοντική. Όσο πιο παραδοσιακή είναι μια κοινωνία τόσο πιο μικρό είναι το ενδιαφέρον για το περιβάλλον, εν μέρει γιατί οι άνθρωποι εξαρτώνται πολύ πιο άμεσα από το φυσικό περιβάλλον για τον βιοπορισμό τους – από τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη δασοκομία, το κυνήγι, το ψάρεμα. Και το να είναι κάποιος παραδοσιακός συνεπάγεται επίσης την τυφλή αποδοχή εκείνων των πατροπαράδοτων δραστηριοτήτων που η επιβίωση επιβάλλει. Οι πληθυσμιακές πυκνότητες είναι επίσης πολύ χαμηλότερες στις παραδοσιακές κοινωνίες και επομένως το περιβάλλον ζημιώνεται λιγότερο. Για όλους αυτούς τους λόγους, οι περισσότεροι άνθρωποι σε αυτές τις κοινωνίες δεν ρομαντικοποιούν τη φύση ή το φυσικό περιβάλλον. Σαφώς, το περιβάλλον είναι μακράν πιο άθικτο στις προβιομηχανικές, προνεοτερικές κοινωνίες εξαιτίας της απουσίας υψηλής τεχνολογίας.

 

Στην Ελλάδα, μια πιο παραδοσιακή κοινωνία από τις αντίστοιχες στη Δυτική Ευρώπη, τα περιβαλλοντικά ζητήματα ενδέχεται να μην αντιμετωπίζονται με τη δέουσα προσοχή. Υπάρχουν κάμποσοι λόγοι για αυτό. Κατά πρώτο λόγο, οι κοινωνίες πρέπει να αγγίξουν ένα συγκεκριμένο επίπεδο αστικοποίησης και εκβιομηχάνισης προτού η μανία της νεοτερικότητας και το αποτύπωμά της στο φυσικό περιβάλλον καταστούν εμφανή και επαρκώς ανησυχητικά έτσι ώστε να αναληφθεί δράση. Δεύτερον, όσο πιο παραδοσιακή είναι μια κοινωνία τόσο πιο σπάνια είναι η συνειδητή φυσιολατρία· στις παραδοσιακές, αγροτικές κοινωνίες της υπαίθρου η φύση υποτιμάται και θεωρείται εκμεταλλεύσιμη χωρίς δεύτερη σκέψη. Σίγουρα, αυτού του τύπου η εκμετάλλευση παραμένει εντοπισμένη και μετριασμένη εξαιτίας της πρωτόγονης τεχνολογίας. Μόνο μορφωμένοι, αστικοποιημένοι πληθυσμοί, γενιές αποκομμένοι από αγροτικές ρίζες ή καταβολές, λατρεύουν τη φύση.

 

Η παρόρμηση η ίδια δεν είναι πλήρως ορθολογική και χρειάζεται να ερμηνευθεί, από τη στιγμή ειδικά που δεν είναι σε καμία περίπτωση παγκοσμίως ή έστω ευρέως διαδεδομένη. Τεράστιοι αριθμοί μορφωμένων, ικανών να περπατούν, νοημόνων, ευλόγως περίεργων ανθρώπων είναι απόλυτα ικανοποιημένοι είτε με το να μη ταξιδεύουν καθόλου, είτε με το να πηγαίνουν κάθε χρόνο στα ίδια μέρη, είτε με το να περιορίζουν τα ταξίδια τους σε ένα συγκεκριμένο παραθεριστικό κέντρο ή σε μια δεύτερη κατοικία. Η εξερευνητική παρόρμηση του τύπου που εξετάζεται εδώ έγκειται σε μια αγνή, αν και αόριστη περιέργεια, σε μια κάποιου είδους μη αρθρωμένη ελπίδα και ασαφής προσδοκία σχετικά με το τι μπορεί να επιτευχθεί μέσω της επίσκεψης συγκεκριμένων περιοχών του πλανήτη.

 

Θα πρέπει επιτέλους να αναγνωριστεί ότι τα ταξίδια αντανακλούν αντιφατικές επιθυμίες και πεποιθήσεις. Αναζητούμε τόσο το καινούργιο όσο και μια αλλαγή ρυθμών, αλλά ταυτόχρονα αναζητούμε να βυθιστούμε στους σταθερούς, πατροπαράδοτους τρόπους ζωής που υποτίθεται ότι επιμένουν σε ορισμένες γωνιές του πλανήτη. Αναζητούμε χαλάρωση, νέες ανέσεις, πολυτέλειες, πιο περίεργα φαγητά και ποτά, αν και το ταξίδι, ακόμα και το πιο μοντέρνο και άνετο, προκαλεί σχεδόν αναπόφευκτα κούραση και αναστάτωση. Ενδιαφερόμαστε να κάνουμε νέες γνωριμίες, αλλά το σύντομο των ταξιδιών και οι γλωσσικοί φραγμοί δεν τις ευνοούν. Λαχταρούμε την απλότητα που μας διαφεύγει στον τόπο μας, αλλά γνωρίζουμε επίσης ότι εξαρτόμαστε απελπιστικά από τις ευκολίες της σύγχρονης τεχνολογίας. Στα ταξίδια «αυτοανακάλυψής» μας δεν πρόκειται να ανακαλύψουμε πολύ περισσότερα για τους εαυτούς μας που δεν γνωρίζουμε ήδη. Με αυτό δεν λέω ότι πρέπει να σταματήσουμε τα ταξίδια ή ότι δεν αποτελούν εμπειρίες μάθησης. Ωστόσο, ένα από τα πράγματα που πράγματι μαθαίνουμε είναι ότι δεν υπάρχουν μαγικές πρόοδοι στην προσωπική απελευθέρωση ή εξέλιξη· ότι η αναζήτηση μιας αυθεντικής, γεμάτης νόημα ζωής είναι εξίσου δύσκολη στα νέα όσο και στα οικεία περιβάλλοντα.