Καλότζερο, Γκουίντο

Πρώτο μανιφέστο του σοσιαλφιλελευθερισμού

(μτφρ.)
Σώτη Τριανταφύλλου

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Νοέμβριος 2016, σ. 23
Θέματα: 
ΠολιτικήΦιλελεύθερος σοσιαλισμός
Λέξεις-κλειδιά: 
Ιταλία
αντιφασισμός
σοσιαλφιλελευθερισμός

Αποσπάσματα από τον πρόλογο:

 

Στην Ελλάδα, το «πολιτικοποιημένο» κοινό ενδιαφέρθηκε για τον ευρωκομμουνισμό και για το ρεύμα της Αυτονομίας –έναν εναλλακτικό όρο για το αντάρτικο πόλεων και την αριστερή τρομοκρατία– αλλά όχι για τα θεωρητικά κινήματα της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ο φιλελεύθερος χώρος δεν μας πολυενδιαφέρει· όσο για τον σοσιαλιστικό έχει περάσει από απίθανες περιπέτειες: από τον λαϊκιστικό, τριτοκοσμικό σοσιαλισμό του Ανδρέα Παπανδρέου μέχρι τον υπαρκτό σοσιαλισμό του ΚΚΕ και των συναφών κομμουνιστογενών σχηματισμών. Η νοοτροπία μας είναι μανιχαϊστική όπως παντού στην Ανατολή: Καλό/Κακό, Αδύναμοι/Ισχυροί, Νότος/Βορράς, Φτωχοί/Πλούσιοι – δεν αναγνωρίζουμε αποχρώσεις.

 

Ο θεωρητικός του κινήματος, ο Γκουίντο Καλότζερο, αναζήτησε τη σύνθεση δύο ιδεωδών τα οποία θεωρούνταν (και εν πολλοίς θεωρούνται ακόμη) αντιθετικά και ασύμβατα: της ελευθερίας που εμπνέει το φιλελεύθερο κίνημα και της δικαιοσύνης/ισότητας που εμπνέει το σοσιαλιστικό. Αυτά τα δύο ιδεώδη απαντούν, ίσως ανεπίγνωστα, στη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία.

 

Ο σοσιαλφιλελευθερισμός απορρίπτει το αντιφιλελεύθερο και ολοκληρωτικό-σοσιαλιστικό πνεύμα του φασισμού.

 

Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η ακραία σοσιαλιστική πρόταση είναι όντως ο δρόμος προς τη δουλεία κι ότι οδηγεί υποχρεωτικά στον ολοκληρωτισμό – αν δεν συμφωνήσουμε σε αυτό, η συζήτηση περί σοσιαλφιλελευθερισμού χάνει το νόημά της. Άρα, ο σοσιαλφιλελευθερισμός απευθύνεται, εξαρχής, σε όσους προβληματίζονται σχετικά με τη φύση, τη λειτουργία και το μέγεθος του κράτους, σχετικά με τη φύση και το εύρος των ατομικών δικαιωμάτων, καθώς και σχετικά με τον ρόλο του κράτους στην εξασφάλιση και προστασία αυτών των δικαιωμάτων.

 

Το πιο περίπλοκο πρόβλημα είναι ο συνδυασμός ισότητας και ελευθερίας: η ελευθερία είναι πρωταρχική ή ενδογενής αξία, ενώ η ισότητα θεωρείται δευτερογενής. Τι λογής ελευθερία μπορούμε να επιτύχουμε χωρίς ισότητα; Τι λογής ισότητα είναι εκείνη που θα «εξισώνει» τους πάντες; Η ισονομία δεν αρκεί: όταν ξεκινάμε από άνισες αφετηρίες, η ισονομία δεν μπορεί να καλύψει την απόσταση. Οι φιλελεύθεροι προσπαθούν να βρουν εκείνη τη δόση ισότητας που να εγγυάται τη μέγιστη ελευθερία του καθενός έναντι των άλλων. Και πάλι πρέπει να συμφωνήσουμε σε κάτι θεμελιώδες: δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, όποτε το θέλουμε· γι’ αυτό υπάρχουν οι νόμοι, οι κανόνες, η αποδεκτή και μη αποδεκτή κοινωνική συμπεριφορά. Η ζωή της κοινότητας θεμελιώνεται σε συμβιβασμούς.

 

Ο Κάρλο Ροσέλι, που προηγήθηκε του Καλότζερο, προσπάθησε να συνδυάσει τον φιλελευθερισμό και τον σοσιαλισμό εκλαμβάνοντας τον πρώτο ως μέθοδο και τον δεύτερο ως στόχο. Παρέκαμψε έτσι τη δυσκολία του συνδυασμού δύο κοσμοαντιλήψεων που, εκείνη την εποχή, στη δεκαετία του 1930, φαίνονταν αγεφύρωτες.

 

Ωστόσο, η πολιτική ωρίμανση στο πλαίσιο της δυτικής δημοκρατίας δημιουργεί, εκ των πραγμάτων, τη σύγκλιση – μια ιδέα και πρακτική που οι κομμουνιστές και οι φιλελεύθεροι του παλιού καιρού αντιμετώπιζαν με αποτροπιασμό. Κι ενώ ήταν πολύ απασχολημένοι με το να την καταγγέλλουν, η σύγκλιση έγινε, σε πολλές χώρες, μια αυτονόητη πραγματικότητα.

 

Η φιλοδοξία του Καλότζερο, όπως συνοψίζει ο Νορμπέρτο Μπόμπιο στην εφημερίδα Λα Στάμπα (21 Δεκεμβρίου 2001), είναι «να συνδυάσει τα δύο οικουμενικά αιτήματα της ελευθερίας και της ισότητας που θεμελιώνονται σε ένα πνεύμα που, κατά βάθος και παρά το κοσμικό πλαίσιο, προκύπτει από το Ευαγγέλιο. Παρόμοια τάση μπορούμε να συναντήσουμε ακόμη και σε ορισμένους συγγραφείς που πρόσκεινται στο βρετανικό Εργατικό Κόμμα, μια πολιτική εμπειρία που ο Καλότζερο διατήρησε ως θεμελιώδες σημείο αναφοράς για το μέλλον της δημοκρατίας μας και, ιδίως, της αριστεράς.»

 

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Ως μέρος αυτής της οικουμενικής ηθικής φιλοδοξίας, ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός χαρακτηρίζονται ως έννοιες παράλληλες και συμπληρωματικές, η καθεμία από τις οποίες επιχειρεί την ορθότερη αναλογία των ελευθεριών. Ο φιλελευθερισμός θέλει την ελευθερία ισόποσα κατανεμημένη – έτσι ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση αυτής όλοι οι πολίτες, να εκφράζουν δηλαδή ελεύθερα την προσωπικότητά τους με όλες τις πιθανές μορφές έκφρασης. Ο σοσιαλισμός θέλει ισόποσα κατανεμημένο το άλλο μεγάλο αγαθό, τον πλούτο. Και μάλιστα έτσι ώστε η χρήση του από τον καθένα να μην παραβιάζει και να μην επηρεάζει τη χρήση του από τους άλλους.

 

Ο φιλελευθερισμός επιζητεί την ισότητα και τη σταθερότητα των δικαιωμάτων και των νόμων, χωρίς διακρίσεις θρησκείας, φυλής, κάστας, κοινωνικής τάξης, πολιτικών πεποιθήσεων. Θέλει οι κανόνες δικαίου να εξαρτώνται από τη βούληση των πολιτών, η οποία εκφράζεται σύμφωνα με την αρχή της πλειοψηφίας· θέλει τη συμμετοχή των πολιτών στην κυβέρνηση και στις δημόσιες υποθέσεις· θέλει την ελευθερία της σκέψης, του Τύπου, του συνεταιρίζεσθαι, της δημιουργίας κομμάτων, του αμοιβαίου ελέγχου κυβερνώντων-κυβερνωμένων, πράγμα που θεωρεί προϋπόθεση για την εκδήλωση και την τελειοποίηση της πολιτικής ηθικής. Θέλει την ελευθερία της θρησκείας, επιτρέποντας σε όλους να λατρεύουν τον Θεό τους εν ειρήνη.

 

Παραλλήλως, ο σοσιαλισμός, μολονότι αναφέρεται στον «πλούτο» τοποθετεί στην ηθική συνείδηση των ανθρώπων την αρχή που απαντά τόσο στα χριστιανικά ιδανικά όσο και στον [Τζουζέπε] Μαντσίνι: δηλαδή τη δικαιοσύνη και την ισότητα. Επομένως, πρέπει νε εξυψωθούμε ψυχικά ώστε να εργαζόμαστε και να παράγουμε χωρίς να εμπνεόμαστε από μανία κέρδους. Σοσιαλισμός σημαίνει ότι ένας άνθρωπος πρέπει να αποζημιώνεται με τον πλούτο που παράγει για την εργασία του, για τον κόπο του. Δεν αναγνωρίζει δηλαδή το καθαρό συμφέρον του κεφαλαίου.

 

Όποιος παλεύει με τη δυστυχία δεν έχει την πολυτέλεια να ασκήσει την απλή ελευθερία να γνωμοδοτεί και να ψηφίζει, να αναπτύσσει και να εμβαθύνει την πνευματικότητά του.

 

Δεν μπορούμε να απολαμβάνουμε την ελευθερία χωρίς υλική ευημερία, ούτε να διαχειριζόμαστε την ευημερία χωρίς δικαιοσύνη και ελευθερία. Δεν μπορούμε να είμαστε στα σοβαρά φιλελεύθεροι χωρίς να είμαστε σοσιαλιστές, ούτε να είμαστε στα σοβαρά σοσιαλιστές χωρίς να είμαστε φιλελεύθεροι. Όποιος έχει καταλήξει σε αυτή την πεποίθηση είναι πεπεισμένος ότι ο πολιτικός πολιτισμός προχωρεί όταν η συνείδηση και οι θεσμοί του φιλελευθερισμού εργάζονται για να επινοήσουν και να οικοδομήσουν πιο δίκαιες κοινωνικές συνθήκες, και όταν η συνείδηση και οι θεσμοί του σοσιαλισμού εργάζονται για να καταστεί δυνατή και να διευρυνθεί η ελευθερία σύμφωνα με το φιλελεύθερο σχέδιο.

 

Ο σοσιαλφιλελευθερισμός σκοπεύει έτσι να επιβεβαιώσει και να εμβαθύνει τις βασικές ηθικές και πολιτικές αξίες που έχουν υπερασπιστεί οι δύο εν λόγω μεγάλες παραδόσεις. Γι’ αυτό απορρίπτει σθεναρά τη αντίληψη της εγγενούς ασυμβατότητας του φιλελευθερισμού και του σοσιαλισμού, ενώ δεν αρνείται την ύπαρξη ενός φιλελευθερισμού που δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τον σοσιαλισμό, καθώς και ενός σοσιαλισμού που δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τον φιλελευθερισμό.

 

Ο πρώτος είναι ο απλοϊκός φιλελευθερισμός: ο φιλελευθερισμός εκείνων που ζητούν την ελευθερία για τον εαυτό τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη την ελευθερία των άλλων. Αυτοί οι ζηλωτές της ελευθερίας πρέπει να θυμηθούν ότι η αγάπη για την ελευθερία σημαίνει να αγαπάς τη δικαιοσύνη, η οποία, εξ ορισμού, περιορίζει την ελευθερία τους παραχωρώντας ίση ελευθερία στους άλλους. Υπάρχει επίσης ο συντηρητικός και αναχρονιστικός φιλελευθερισμός: ο φιλελευθερισμός εκείνων που αναγνωρίζουν την ελευθερία των άλλων και τα παραδοσιακά ατομικά και πολιτικά τους δικαιώματα, αλλά στο πεδίο της οικονομίας δεν ανέχονται περιορισμούς με αποτέλεσμα να αυξάνουν τις πιθανότητες να πεθάνει κάποιος από την πείνα. Αυτοί οι φιλελεύθεροι ανάγουν την ελευθερία σε υπέρτατη αξία παραμερίζοντας τη δικαιοσύνη: στον σοσιαλφιλελευθερισμό δεν υπάρχει απόκλιση μεταξύ του ιδανικού της κοινωνικής δικαιοσύνης και του ιδανικού της ελευθερίας – γίνεται λοιπόν λόγος για «δίκαιη ελευθερία». Η αναγνώριση του δικαιώματος της ελευθερίας των άλλων δεν εκδηλώνεται μόνο με τη θέληση αλλά με κανόνες που διέπουν τη δημόσια και ιδιωτική διοίκηση ακόμα και τους μισθούς των εργαζομένων, περιορίζοντας την αυθαιρεσία των κυβερνώντων και των εργοδοτών: οι σοβαροί φιλελεύθεροι δεν θεωρούν ανελεύθερους ή ανώφελους αυτούς τους κανόνες. Ο καλύτερος φιλελευθερισμός είναι εκείνος που ενδιαφέρεται για την οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.

 

Το είδος του σοσιαλισμού που δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον φιλελευθερισμό είναι ο μαρξιστικός και αυταρχικός, ο οποίος αναθέτει στη δικτατορία του προλεταριάτου τις συνθήκες της μελλοντικής ελευθερίας. Αυτός ο σοσιαλισμός πρεσβεύει ότι το ιδανικό της κοινωνικής δικαιοσύνης προκύπτει από την οικονομική επιστήμη και προσδοκά να αναδειχθεί αναπόφευκτα νικητής μέσω της ορθολογικής πορείας της ιστορίας.

Στην εσωτερική του εξέλιξη, ο καλύτερος σοσιαλισμός εγκαταλείπει αυτές τις παλιές ιδέες που δικαίως απέρριπταν την ελευθερία χωρίς δικαιοσύνη του συντηρητικού φιλελευθερισμού, αλλά ταυτοχρόνως προωθούσαν δικαιοσύνη χωρίς ελευθερία – δηλαδή μια ολοκληρωτική ουτοπία. Ο καλύτερος σοσιαλισμός δεν έχει την αυταπάτη ότι ο κοινός πλούτος μπορεί να κατανεμηθεί προς το συμφέρον όλων μέσα από την άσκηση του ελέγχου και την εμπειρία της νομικής ελευθερίας: χρειάζεται ένα περιβάλλον κριτικής, νομιμότητας και ελευθερίας.

Αυτός ο σοσιαλισμός βασίζεται στην ελευθερία και ριζώνει στη βαθύτερη κοινωνική φιλοδοξία του ανθρώπου: διψά για δικαιοσύνη και δεν αρκείται στις ελευθερίες χωρίς περιεχόμενο· έτσι, συγκλίνει ή και συμπίπτει με τον σοσιαλφιλελευθερισμό.

 

Ο σοσιαλισμός, όπως έγινε σαφές από την οικονομική αδυναμία της εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου κολεκτιβισμού, δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την αγορά, την αγοραπωλησία ούτε απλών προϊόντων όπως είναι τα παπούτσια και τα μαντίλια.

 

Τίποτα, ως εκ τούτου, δεν είναι πιο νεφελώδες από την πλήρη κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, από την ολική μετατροπή του ιδιωτικού δικαίου σε δημόσιο δίκαιο.

 

Η υπόθεση του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μια ελεύθερη αγορά, η οποία προσφέρει σε όλους ίσες ευκαιρίες παρέμβασης, έχει παραμείνει υπόθεση: στην πραγματικότητα, η συγκέντρωση της τεχνικής και της σύγχρονης οικονομικής παραγωγής οδηγεί σε περισσότερο ή λιγότερο σοβαρές ανισότητες στις συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά. Το άτομο ανταγωνιστής και παραγωγός απορροφάται όλο και περισσότερο από τους μεγάλους καπιταλιστικούς οργανισμούς, στους οποίους τελικά γίνεται μισθωτός.

 

Κάθε καλός φιλελεύθερος είναι πλέον πεπεισμένος ότι σε όλες τις περιπτώσεις όπου ο ανταγωνισμός χρειάζεται αυτοέλεγχο, πρέπει να δεχόμαστε κοινοτικό έλεγχο, εθνικοποίηση ή κάποιο άλλο σύστημα διοικητικής συμμετοχής για τη διασφάλιση των καταναλωτών από μια ανισόρροπη αύξηση τιμών ή μείωση ποιότητας των προϊόντων και των υπηρεσιών του ιδιώτη κεφαλαιούχου.

 

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός διατηρείται και προωθείται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ικανοποιούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ώστε να ενθαρρύνει την ατομική πρωτοβουλία και να λειαίνει τις ανισότητες στην επίτευξη και κατανομή του πλούτου. Ο ανταγωνισμός πρέπει να περιορίζεται ή και να καταργείται στις περιπτώσεις όπου δεν αρκεί η αυτορρύθμιση και χρειάζεται ρύθμιση επεμβατική.

 

Δεν είναι λοιπόν λογική ούτε η απόλυτη συλλογικότητα, ούτε ο απόλυτος ατομισμός. Τόσο η κοινότητα όσο και το άτομο πρέπει να εκπαιδευτούν ως προς την ηθική της εργασίας, ως προς την αξία της ίσης κατανομής μεταξύ των ατόμων του πλούτου που προέρχεται από την κοινή εργασία. Στην ανάγκη για την πρώτη πτυχή της εκπαίδευσης απαντά η αλήθεια του οικονομικού φιλελευθερισμού· στην απαίτηση της δεύτερης πτυχής, η αλήθεια του κολεκτιβισμού. Η πρώτη οδηγεί τους ανθρώπους να δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, η δεύτερη στη δικαιοσύνη της κατανομής. Όπως δεν υπάρχει οικονομία χωρίς παραγωγή και κατανομή, δεν μπορεί να υπάρξει οικονομία χωρίς ατομισμό και συλλογικότητα.

 

Για να αποφευχθεί ο διπλός κίνδυνος του αφηρημένου ουτοπισμού που προβλέπει τα πάντα και του ιστορικισμού που δεν προβλέπει τίποτα, πρέπει πρώτα να διακρίνουμε στα δόγματα και στα πολιτικά προγράμματα τι είναι απόλυτη αξία και αλήθεια, η οποία δεν προέρχεται από τα γεγονότα αλλά αποτελεί κριτήριο για να κρίνουμε τα γεγονότα και να αντιδράσουμε σε αυτά, να ενεργήσουμε έτσι ώστε να φέρουμε την πραγματικότητα πιο κοντά στα ιδεώδη και στις αξίες: τα μέσα πρέπει να μελετηθούν, να σχεδιαστούν, να προγραμματιστούν και να προσαρμοστούν στις ιδιαίτερες και συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της ιστορικής κατάστασης. Το ουσιώδες περιεχόμενο του σοσιαλφιλελευθερισμού, εφόσον ενέχει τις υπέρτατες αξίες της δικαιοσύνης και της ελευθερίας, δεν είναι κάτι που μπορεί να αλλάζει με τις ιστορικές συνθήκες, που η ιστορία μπορεί να επικυρώνει ή να ακυρώνει με νίκες ή ήττες. Οι βασικές αρχές που διατυπώνει ο σοσιαλφιλελευθερισμός είναι διαχρονικές και θα ισχύουν όσο υπάρχουν άνθρωποι στη γη, αφού οι άνθρωποι μπορούν να είναι δίκαιοι ή άδικοι, μπορούν επίσης να επιτεθούν εναντίον της δικαιοσύνης, αλλά δεν μπορούν να αντιστρέψουν τους κανόνες της ηθικής και του πολιτισμού.

 

Αλλά, δεν πρέπει να περιμένουμε το μέλλον αυτοσχεδιάζοντας: πρέπει να μελετάμε, να προτείνουμε, χωρίς να φοβόμαστε μήπως μας χαρακτηρίσουν ουτοπιστές ή δογματικούς. Και είναι ανάγκη οι προτάσεις μας να είναι όσο το δυνατόν συγκεκριμένες, όπως συμβαίνει όταν συντάσσουμε άρθρα του νόμου, διότι, όταν είμαστε ασαφείς, πολλά μεταρρυθμιστικά όνειρα αποδεικνύονται μη πραγματοποιήσιμα διότι δεν υπακούουν σε ακριβείς κανόνες και δεν μπορούν να λειτουργήσουν. Η πραγματική ιστορική κατάσταση δρα στη συνέχεια διορθωτικά, αποκλείοντας ορισμένα εργαλεία και επιλέγοντας ή τροποποιώντας άλλα.

 

Συνεπώς, πρέπει να διατυπώσουμε τις γενικές αρχές του σοσιαλφιλελευθερισμού χωρίς να περιμένουμε από την ιστορία να τις επιβεβαιώσει ή να τις διαψεύσει. Η επικύρωσή τους συμβαίνει μόνο στη συνείδηση όσων αποδέχονται τους όρους του, ένα σύνολο μεταρρυθμίσεων και θεσμών που ο σοσιαλφιλελευθερισμός υπόσχεται και θεωρεί έγκυρους και έγκαιρους προσανατολίζοντας σ’ αυτή την κατεύθυνση το πνεύμα και τον χαρακτήρα της δράσης και της πολιτικής οργάνωσης.

 

Κατ’ αρχάς, σύμφωνα με τη φιλελεύθερη αντίληψη, το αυριανό κράτος πρέπει να ανανεωθεί εφαρμόζοντας την πιο αποτελεσματική οικουμενική παράδοση του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας που έχει δημιουργήσει τους νομικούς θεσμούς. Αυτοί οι θεσμοί υπάρχουν για να υπερασπίζονται και να προωθούν τις αστικές και πολιτικές ελευθερίες.

 

Αν και μιλάμε για «ηθική», το κράτος οφείλει να εμφανίζεται αγνωστικιστικό ως προς τη θρησκεία αλλά σαφές ως προς την ηθική. Στηρίζοντας με τη θέλησή μας τους νόμους, πρέπει να έχουμε μόνο μια σταθερή θρησκεία: τη θρησκεία της ελευθερίας. Και αυτή η θρησκεία θα είναι ο θεματοφύλακας του φιλελεύθερου κράτους.

 

Κάθε κόμμα, ζητώντας νομική αναγνώριση, θα παρουσιάζει με ακρίβεια το επίσημο πρόγραμμά του, με πλήρη και απεριόριστη ελευθερία, εκτός από το σημείο της αποδοχής των υποχρεωτικών βασικών κανόνων του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας. Δηλαδή δεν θα επιτρέπεται η λειτουργία κομμάτων που έχουν την πρόθεση να εξαλείψουν μελλοντικά και βιαίως τα άλλα κόμματα.

 

Επίσης, απαγορεύεται η σιωπηρή εκπαίδευση ή στρατιωτική προετοιμασία, ακόμα και η κομματική πειθαρχία των μελών με χαρακτήρα στρατιωτικής υπακοής, που συμβαδίζει με το πνεύμα της αντι-φιλελεύθερης προπαγάνδας, η οποία προσπαθεί να θέσει υπό έλεγχο τα κομματικά προγράμματα.

 

Το πολιτικό ιδανικό της καλύτερης φιλελεύθερης και δημοκρατικής παράδοσης δεν ανέχεται ούτε λίστα απαγορευμένων βιβλίων, ούτε καταστολή της ελευθερίας του Τύπου. Γι’ αυτό πρέπει να εφαρμόζεται το ποινικό δίκαιο μόνο στις περιπτώσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν βίαιες πράξεις, ή ανοιχτή προτροπή σε βίαιες πράξεις, σε αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου χωρίς την πρόφαση του «ιδεολογικού» κινήτρου. Αλλά σχετικά με τον ημερήσιο Τύπο και τη χρηματοδότησή του, ο σοσιαλφιλελευθερισμός δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η ελευθερία του Τύπου είναι κενή περιεχομένου όταν δεν συνοδεύεται από οικονομική δυνατότητα. Αύριο, οι λιγοστοί που έγιναν πλούσιοι σήμερα από την απουσία οποιουδήποτε φιλελεύθερου ελέγχου της δημόσιας ζωής θα είναι σε θέση να αγοράζουν πολύ περισσότερες εφημερίδες από όλους τους διανοούμενους και εργαζομένους του έθνους συνολικά. Στην αναμονή για την κοινωνική ανάπτυξη που θα εξαλείψει αυτό το πολύ σοβαρό πρόβλημα, το οποίο συμβάλλει στη διαμόρφωση λανθασμένων απόψεων και ενισχύει την αλήθεια των πλουσίων, πρέπει να φροντίζουμε να δίνουμε ίση δημοσιότητα και στην αντίθετη άποψη έτσι ώστε η ενημέρωση να μην είναι μονόπλευρη και να μην εξαρτάται από την ιδιοκτησία και την οικονομική βάση της κάθε εφημερίδας. Τα ζητήματα αυτά θα είναι ευθύνη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο πρέπει για τον σκοπό αυτό (όπως και για τη συνταγματικότητα των πολιτικών κομμάτων) να διαθέτει όλα τα αναγκαία ελεγκτικά όργανα και τις πληροφορίες. Κατά δεύτερο λόγο, θα πρέπει να διευκολύνει την ίδρυση εφημερίδων, σε όλες τις περιπτώσεις όπου μπορεί να διαπιστωθεί κάποιο γενικό ενδιαφέρον γι’ αυτές (π.χ. όταν υπάρχουν συνδρομητές).

 

Όποιος είναι πεπεισμένος, στην ηθική του συνείδηση, ότι η απόφαση που συμβαδίζει με τη θέληση της πλειοψηφίας είναι λανθασμένη έχει δικαίωμα να κινηθεί για να υπερασπιστεί τη δική του άποψη. Οι νόμοι της συγκατάθεσης οφείλουν να αντλούν τη δύναμή τους από αυτήν τη σύγκρουση. Η διαμόρφωση των νόμων γίνεται βεβαίως μέσω της συναίνεσης, αλλά το ίδιο ελεύθερη πρέπει να είναι η διαμόρφωση της συναίνεσης και της διαφωνίας μέσα από το παιχνίδι της κοινής γνώμης (όπου ο καθένας προβάλλει μια γνώμη που βασίζεται στη νοημοσύνη, στην εμπειρία του και στην προσωπική του εντιμότητα). Πράγματι, αυτή η διαμόρφωση μπορεί να υπονομεύεται ή να παρεμποδίζεται από την υπερβολική δύναμη που αποκτούν ορισμένοι σε οικονομικές και πολιτικές θέσεις.

 

Είναι σαφές ότι η διαδικασία της ίδρυσης του νέου κράτους θα παρεμβαίνει στις κολοσσιαίες μονοπωλιακές θέσεις και στα πολιτικά τους προνόμια. Όλοι αυτοί, ενωμένοι σε μια φυσική συμμαχία, σχηματίζουν ένα σύμπλεγμα δυνάμεων που έχει μερικές φορές αποφασιστικό βάρος στην πολιτική κατεύθυνση της χώρας.

 

Ο ιδανικός στόχος είναι η μεγαλύτερη δυνατή οικονομική ισότητα, αλλά οι σοσιαλφιλελεύθεροι απευθύνονται στους ανθρώπους με έναν τρόπο βαθύτερο και πιο περίπλοκο και τους καλούν να συμμετέχουν με τις ποικίλες τους δυνατότητες στην ανάπτυξη ενός κοινού πολιτισμού.

 

Οι σοσιαλφιλελεύθεροι δεν θέλουν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που να πέφτουν σαν την βροχή από ψηλά: τις θέλουν απόρροια της δημοκρατίας και των ελευθεριών. Παρόμοιες μεταρρυθμίσεις είναι πάντοτε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μια ιστορική καινοτομία. Η ύπαρξη μιας πλειοψηφίας υπέρ τους είναι η κρίσιμη εγγύηση για τον εύλογο χαρακτήρα τους και ενισχύει την αποτελεσματικότητά τους προκειμένου οι πολίτες να βελτιώσουν τη θέση τους και να ευημερήσουν. Ως εκ τούτου, πέρα ​​από το περιεχόμενο της αυστηρά φιλελεύθερης τάξης, το νέο κράτος θα εμβαθύνει όλο και περισσότερο τη συνειδητοποίηση των κοινωνικών ιδεωδών, με αποτέλεσμα, εν τέλει, οι νόμοι να αποκτούν ισχύ μόνο με την συγκατάθεση της πλειοψηφίας.

 

Η πρώτη και θεμελιώδης είναι η μεταρρύθμιση του σχολείου. Δεν εννοούμε τα συνήθη προγράμματα μεταρρυθμίσεων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μεταρρύθμιση του συστήματος στο σχολείο σημαίνει εθνική οργάνωση της διδασκαλίας που να ανταποκρίνεται, στο μέγιστο, στην ανάγκη της κοινωνικής δικαιοσύνης: στην ανάγκη κάθε νεαρό άτομο να μπορεί να αναπτύξει τις ικανότητές του στο ακέραιο, ανεξάρτητα από την οικονομική αφετηρία του.

 

Συνδυάζοντας ένα σύστημα αυστηρής επιλογής και αριστείας που να καθίσταται δυνατό από τη βελτίωση του επιπέδου των εκπαιδευτικών, με την ευρεία διανομή υποτροφιών και την καθιέρωση δωρεάν παιδείας για τους φτωχούς ανθρώπους που την αξίζουν, θα εξασφαλίσουμε την ανάδειξη των ανθρώπινων αξιών σε όλες τις κοινωνικές τάξεις.

 

Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να επιχειρήσουμε τη συγχώνευση και την κατάργηση των τάξεων και να προετοιμάσουμε την ανθρωπότητα για μεγαλύτερα κοινωνικά επιτεύγματα.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι, με μια τέτοια οργάνωση, οι άνθρωποι θα αποφεύγουν τα «ταπεινά» επαγγέλματα αναζητώντας τα «υψηλότερα». Η βελτιωμένη μορφή επαγγελματικής επιλογής και η μείωση του εισοδηματικού χάσματος μεταξύ των διαφόρων μισθών θα αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Παραλλήλως, οι καλύτεροι μεταξύ των εργατών και των αγροτών θα έχουν την ευκαιρία να εφαρμόσουν τις δεξιότητές τους στις διάφορες κοινωνικές και διοικητικές οργανώσεις, οι οποίες θα είναι επίσης προσανατολισμένες προς το σύστημα των ελεύθερων εκλογών.

 

Επιπλέον, πρέπει να προχωρήσουμε σταδιακά σε όλες εκείνες τις ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που θα τείνουν να αποκλείσουν ή να περιορίσουν την κατοχή και την ιδιωτική χρήση του κεφαλαίου όταν πρόκειται για τη διοίκηση.

 

Πρέπει, δηλαδή, να εκπαιδεύσουμε τους εργαζομένους ώστε να συμμετέχουν στη διοίκηση, να κατανοήσουν τι σημαίνει κόστος και κέρδος, να ασκούν έλεγχο μέσω των μορφών των συμβουλίων εργαζομένων, όπως εργατικά συνδικάτα και συνεταιριστικές οργανώσεις, με βάση την ελευθερία και τον σεβασμό του νόμου, χωρίς ταξικό εγωισμό και συντεχνιακό πνεύμα.

 

Οι φιλελεύθεροι απορρίπτουν όχι μόνο όλες τις μορφές ιμπεριαλισμού, εθνικισμού και ρατσισμού, αλλά και την αρχή της «ανεξαρτησίας της πολιτικής ηθικής» ως κινητήρια δύναμη της πολιτικής των ηγεσιών έναντι του έθνους τους. Η μοναδική μη χυδαία μορφή με την οποία μπορεί να εμφανιστεί αυτή η έννοια είναι ο «ιερός εγωισμός» στον οποίον επενδύει ο πολιτικός εφόσον εκπροσωπεί και υπερασπίζεται τα συμφέροντα των συμπατριωτών του εναντίον των συμφερόντων άλλων εθνών. Αλλά ακόμη και σε αυτήν τη μορφή χρειάζεται κριτικό πνεύμα. Κανείς δεν επιτρέπεται να ενδιαφέρεται τόσο για την οικογένειά του ώστε να αδιαφορεί πλήρως για τις άλλες οικογένειες. Κανείς δεν μπορεί να είναι τόσο αφοσιωμένος στη δική του πόλη, ώστε να θεωρεί αρνητικό ό,τι είναι ευεργετικό για τις άλλες πόλεις. Κανείς δεν μπορεί προσκολλάται με τέτοιο τρόπο στο έθνους του ώστε να τυφλώνεται ως προς το καλό της ανθρωπότητας. Το ιδανικό της αντοχής, της δύναμης, της κυριαρχίας πρέπει να εντάσσεται σε μια σφαίρα νομιμότητας, δηλαδή να δοκιμάζεται από το υψηλότερο ιδανικό του δικαίου και της ηθικής.

 

Όποιος λοιπόν επαναλαμβάνει ότι η εξωτερική πολιτική είναι ένας αέναος αγώνας για κυριαρχία κι ότι δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε σε πιθανή μεταστροφή των λαών και των κρατών στο ιδανικό της ομαλής και ειρηνικής κοινότητας των εθνών, δεν εκδηλώνει μόνο ηθική ευτέλεια αλλά και έλλειψη κατανόησης της ιστορίας. Η ιστορία και η οικονομία προχωρούν προς τα μπρος.

 

Οι σοσιαλφιλελεύθεροι εμπνέονται, για να χαράξουν την εξωτερική τους πολιτική, από τα ιδανικά της διεθνούς αλληλεγγύης, υποστηρίζοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τα ευνοήσει: αφοπλισμό, ευρωπαϊκή ομοσπονδία, δικαστικές αρχές και μέσα εξαναγκασμού για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Την ίδια στιγμή, θα κάνουν ό,τι μπορούν στο πεδίο της πολιτικής δουλειάς και της προπαγάνδας ώστε η κοινότητα των εθνών να διαμορφώνεται όχι μόνο με τις αρχές τoυ διεθνούς φιλελευθερισμού, που εγγυώνται την ανεξαρτησία των κρατών και την ειρηνική διαιτησία επίλυσης των διαφορών, αλλά και με τις αρχές του διεθνούς σοσιαλισμού που εγγυώνται ίσα δικαιώματα από οικονομική άποψη. Αυτό σημαίνει κατάργηση ή μέγιστη δυνατή μείωση των τελωνειακών φραγμών, με οποιεσδήποτε ρυθμίσεις αποζημίωσης, εμπνευσμένες από το κριτήριο της κοινής δικαιοσύνης, για τα κράτη που επιβαρύνονται. Επίσης, σημαίνει διεθνοποίηση των αποικιών και των μεγάλων πηγών πρώτων υλών, καθώς και προοδευτική επέκταση των δικαιωμάτων του πολίτη πέρα από τα σύνορα των μεμονωμένων εθνών.

 

Ο σοσιαλφιλελευθερισμός προσφέρει μια κοινή βάση κατανόησης για όλους και για όλες τις τάσεις που δέχονται τον βασικό κανόνα του παιχνιδιού: τον κανόνα της ισότητας και της ελευθερίας που δεν πρέπει να αυτοκτονήσει. Προσβλέπει στη δημιουργία ενός μετώπου ελευθερίας με το οποίο συντάσσονται όλοι όσοι, παρά τις αποκλίσεις, αποδέχονται τη θεωρία των συνταγματικών ελευθεριών και των αναγκαίων θεσμών για την εύρυθμη λειτουργία της δημοκρατίας.

 

Όποιος έχει συναίσθηση της ιδιότητας του πολίτη και της κοινής πολιτικής ζωής πρέπει να ανήκει σε αυτό το μέτωπο. Αυτό είναι το κοινό μέτωπο της ελευθερίας και της δικαιοσύνης.