Χίρσον, Ρενέ

Πολιτισμικές ασυμφωνίες

(μτφρ.)
Θανάσης Κουραβέλος

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Αύγουστος 2018, σ. 31
Θέματα: 
ΑνθρωπολογίαΕλληνική ανθρωπολογία
Ελληνικές ΣπουδέςΕλληνικά πρότυπα συμπεριφοράς
ΠολιτικήΚουλτούρα αντίστασης
Λέξεις-κλειδιά: 
σχέσεις Ελλάδας-ΕΕ
χρόνος
γενέθλια
ονομαστική γιορτή
ταυτότητα
άτομο
πρόσωπο
εξουσία

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Αξιολογώντας τις αλλαγές στην κοινωνική ζωή και οργάνωση των Ελλήνων,  έφθασα να αναγνωρίσω ότι κοινότοπες θεωρήσεις σχετικά με τη «νεωτερική» συνθήκη δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην ελληνική περίπτωση. Έτσι, προκύπτουν ασυμφωνίες μεταξύ της Ελλάδας και ορισμένων από τους ευρωπαίους εταίρους της σχετικά με την ενδεδειγμένη συμπεριφορά σε αρκετές διαστάσεις της ζωής, ασυμφωνίες, οι οποίες αναδείχθηκαν έντονα με την όξυνση της τρέχουσας οικονομικής κρίσης. Αυτό που αποκαλύπτεται είναι μια γενική ακατανοησία, όπως και μια γενική έλλειψη πολιτισμικής γνώσης ή ευαισθησίας από όλους τους εμπλεκομένους. Στόχος αυτού του κειμένου είναι η πρωταρχική αποστολή της ανθρωπολογικής προσέγγισης, δηλαδή να «βγάλει νόημα» από ορισμένες πολιτισμικές παρανοήσεις.

 

Αν και η οικονομική κρίση έχει απασχολήσει τους πολιτικούς, τους πολιτικούς επιστήμονες, τους οικονομολόγους, τους πολιτικούς οικονομολόγους, και σε έναν μικρότερο βαθμό τους κοινωνιολόγους και τους ιστορικούς, έχει εν πολλοίς αγνοηθεί από τους ανθρωπολόγους, παρότι η ανθρωπολογία, διαθέτοντας ένα πλαίσιο αναφοράς ευρύτερο από τα αντίστοιχα άλλων εξειδικευμένων κλάδων, μπορεί να αποβεί χρήσιμη. Η ανθρωπολογία μπορεί να συνεισφέρει αρκετά εξαιτίας της περιεκτικής και ολιστικής της ματιάς, και χάρη στην ερμηνευτική της ευστοχία στον εντοπισμό των παραγόντων που υποκινούν και παράγουν παρατηρήσιμες συμπεριφορές και πρότυπα. Ως επιστημονικός κλάδος δεν είναι κανονιστικός (μια αδυναμία μάλλον, όπως φανερώνει η κλίση στον ακραίο πολιτισμικό σχετικισμό). Ωστόσο, προσφέρει ομολογουμένως τις ενοράσεις εκείνες που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα.

 

Οι πολιτισμικές διαφορές, ενσωματωμένες καθώς είναι σε διαφορετικές θρησκευτικές και ιδεολογικές παραδόσεις, συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μια κρίσιμη παράμετρο προς εξέταση εάν θέλουμε να κατανοήσουμε την οικονομική συμπεριφορά. Όσο αυτές υποτιμούνται, το πολιτικό κλίμα πολώνεται, με τις προοπτικές αλλαγής να ναρκοθετούνται ή και να ακυρώνονται. Για μια τέτοιου τύπου θεώρηση, απαιτείται ένα πλαίσιο ανάλυσης ευρύτερο από εκείνο οποιουδήποτε άλλου εξειδικευμένου επιστημονικού κλάδου.

 

Αρκετοί σχολιαστές παραδέχονται σήμερα ότι πτυχές της σύγχρονης κρίσης μάς συνοδεύουν εδώ και δεκαετίες (όπως οι πελατειακές σχέσεις), αλλά τα βαθύτερα ιστορικά τους ριζώματα παραμένουν αδιερεύνητα. Αν και δεν πρόκειται να υποστηρίξω ότι η Ελλάδα αποτελεί μια περίπτωση «εξαιρετικότητας» (exceptionality), από την άλλη, δεν μπορώ να αγνοήσω τα καθέκαστα της ιστορικής εμπειρίας. Στην περίπτωσή μας, η σημαντικότερη παράμετρος είναι ότι η Ελλάδα δεν βίωσε ούτε τον Διαφωτισμό ούτε τις διεργασίες που συνδέθηκαν με τη βιομηχανική επανάσταση του δέκατου όγδοου αιώνα.

 

Θεωρώ ότι αυτό που αποκαλώ «προνεωτερική» (ή «μη δυτική») προσέγγιση σε ζητήματα διαχείρισης του χρόνου συνεχίζει να κυριαρχεί στην Ελλάδα, επειδή η Ελλάδα δεν ακολούθησε το μονοπάτι της εκβιομηχάνισης των αναπτυγμένων χωρών της ΕΕ. Ειδικότερα σε σχέση με τον χρόνο, έχουμε να κάνουμε με μια προσέγγιση χαλαρότητας και έλλειψης ακρίβειας, μια στάση διαπραγματευσιμότητας και ευελιξίας, έναν προσανατολισμό βασισμένο στην εποχικότητα και τους φυσικούς ρυθμούς· εν συντομία, πρόκειται για μια κυκλική τροπικότητα, όχι γραμμική, η οποία αντιβαίνει στις νεωτερικές, δυτικοευρωπαϊκές έννοιες της ενδεδειγμένης χρήσης του χρόνου (δες Τόμπσον 1967).

 

Ο ρόλος της θρησκείας στον προσδιορισμό της ταυτότητας αποτελεί κρίσιμο γνώρισμα του ελληνικού δημόσιου βίου.

 

Όσοι ανθρωπολόγοι μελέτησαν τις επονομαζόμενες «εξωτικές» κοινωνίες ασχολήθηκαν με την ανάλυση των εννοιών του προσώπου και του ατόμου. Ωστόσο, επειδή η Ελλάδα μας είναι πολιτισμικά οικεία, δεν έχουμε προφανώς καταφέρει να την κατανοήσουμε σε βάθος, αποδεχόμενοι αβασάνιστα υποθέσεις όπως αυτήν των κοινών πολιτισμικών αξιών. Είναι εύκολο να ληφθούν ως δεδομένα τα θεωρούμενα κοινά κεκτημένα της μεγάλης δυτικής παράδοσης στην οποία η Ελλάδα εντάσσεται, αν και κάπως αμήχανα (όπως έχει επισημανθεί από τον Χέρτσφελντ 1987). Προκαλεί αίσθηση ότι οι αλλοδαποί ανθρωπολόγοι της Ελλάδας, όπως και οι ημεδαποί συνάδελφοί τους, δεν έχουν προχωρήσει σε κριτικές αναλύσεις, ειδικά σε σχέση με τις ιδεολογικές πτυχές της ελληνικής κοινωνίας, όπως συνήθως συμβαίνει με κοινωνίες που είναι πιο έκδηλα «εξωτικές». Στην περίπτωση της Ελλάδας, έχω αναφερθεί στους τρόπους με τους οποίους κεντρικές αξίες υψηλής ερμηνευτικής σπουδαιότητας –όπως εκείνες της προσωπικής αυτονομίας και της απροθυμίας ανάληψης δεσμεύσεων– επιδρούν στην κοινωνική συμπεριφορά. Οι ίδιες αυτές αξίες μπορεί να φανεί ότι αποτελούν το υπόβαθρο άλλων κοινωνικών συμπεριφορών, όπως η προσφορά δώρων και το λεκτικό παιχνίδι, αλλά και η έλλειψη χρονικής συνέπειας (Χίρσον 2008). 

 

Εδώ, θέλω να εστιάσω στον ειδικό χαρακτήρα της κοινωνικής και προσωπικής ταυτότητας στην Ελλάδα. Παλιότερα, ο Έλληνας δεν μπορούσε να νοηθεί παρά μόνο εντός του πλέγματος των συγγενικών σχέσεων, από τις οποίες αντλούσε άλλωστε την ταυτότητά του. Πιστεύω ακράδαντα ότι ακόμα και σήμερα, για τους περισσότερους Έλληνες, η συνάρθρωση του εαυτού με την οικογένεια είναι αρκετά διαφορετική από αυτήν που παρατηρείται στη μεταβιομηχανική Δύση. Μέσα στην αναταραχή της τρέχουσας κρίσης (ένας ενισχυτικός μάλλον παράγοντας), η οικογένεια παραμένει το σημείο αναφοράς και προσανατολισμού, όπου επενδύονται οι κόποι και οι πρωτοβουλίες, οι βλέψεις και οι φιλοδοξίες, όπως και η αφοσίωση κάθε μέλους της: οι σημαντικότεροι κοινωνικοί δεσμοί συνεχίζουν να είναι οι συγγενικοί.

 

Αν και οι περιπτώσεις ανθρώπων που δεν ζουν με την οικογένειά τους έχουν σίγουρα αυξηθεί, η πρωτύτερα καταγεγραμμένη παρατήρησή μου, τη δεκαετία του 1970 για την Κοκκινιά στον Πειραιά, ότι δεν αναμενόταν από τα νεαρά μέλη της οικογένειας να φύγουν από αυτήν και να στήσουν τα δικά τους νοικοκυριά, ισχύει εν πολλοίς και σήμερα (Χίρσον 1998:107-109). Κανείς δεν προσέβλεπε και κανείς δεν προσβλέπει σε μια περίοδο εργένικης ζωής, όπου ζει άγαμος «μόνος του». Ωστόσο, όταν αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα στα φοιτητικά χρόνια, αντιμετωπίζεται με όρους πραγματισμού. Θεωρώ ότι αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό: η απουσία μιας περιόδου άγαμης, ανεξάρτητης ενηλικιότητας εκφράζει καίρια, όπως και αντανακλά, τη φύση του προσώπου στην Ελλάδα, το οποίο κατ’ ουσίαν είναι κοινωνικά ενσωματωμένο. Τα «άτομα», εδώ, επικεντρώνονται κυρίως στις υποχρεώσεις που απορρέουν από την οικογένεια και βρίσκονται συνεχώς αναμεμειγμένα στις υποθέσεις της. Αυτό το στοιχείο έρχεται σε αντίθεση με το χαρακτηριστικό πρότυπο συμπεριφοράς στη βιομηχανοποιημένη (αγγλοσαξονική) Δύση.

 

Κατά τη γνώμη μου, η απουσία χρονικής συνέπειας αποτελεί και αυτή περίπτωση αυτού του συνδρόμου, εφόσον πρόκειται κατ’ ουσίαν για εκδήλωση του πνεύματος μη λογοδοσίας και μπορεί να ιδωθεί ως μια απροθυμία συμμόρφωσης με τις προσδοκίες των άλλων, μια μορφή αντίστασης ή μια άσκηση προσωπικής αυτονομίας (Χίρσον 2008:201-204).

 

Τα προβλήματα με την εξουσία, μπορεί εν μέρει να οφείλονται στις περιόδους καταπιεστικής, αυταρχικής διακυβέρνησης του εικοστού αιώνα (στρατιωτικά πραξικοπήματα και δικτατορίες). Η πιο πρόσφατη περίοδος αυταρχικής διακυβέρνησης, η στρατιωτική χούντα από το 1967 έως το 1974, άφησε το αποτύπωμά της σε μια ολόκληρη γενιά, η οποία συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα με διάφορους τρόπους. Η ταύτιση της άδικης φύσης ενός τέτοιου αυταρχικού καθεστώτος με όσους επιβάλλουν την τάξη, τους στρατιωτικούς και τους αστυνομικούς, εξελίχθηκε σε πάγιο πρόβλημα με ευρείες και ατυχείς συνέπειες. Ο αντίκτυπος εκείνης της περιόδου στους ανθρώπους της λεγόμενης «γενιάς του Πολυτεχνείου» (τους εξεγερμένους φοιτητές που συνέβαλαν αποφασιστικά στον τερματισμό της δικτατορίας) –οι οποίοι, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, εξελίχθηκαν σε μια γενιά ιδιαίτερα επιτρεπτικών γονέων–, αναφέρεται από ορισμένους ως πρωταρχικός παράγοντας. Τόσο η αποδοχή της λογικής του αντιεξουσιασμού όσο και η απροθυμία της αστυνομίας να αναλάβει αποτελεσματική δράση ενάντια στην ανομία θα μπορούσαν να αποδοθούν στα βιώματα εκείνης της περιόδου. Συνδεδεμένη με τη μεταπολίτευση είναι η αποκαλούμενη «κουλτούρα του δικαιωματισμού» (culture of entitlement), μια λογική αποζημίωσης για τη φτώχια, τις υλικές στερήσεις, την πολιτική αστάθεια και καταπίεση της μεταπολεμικής περιόδου. Άλλοι παράγοντες, όπως οι λαϊκιστικές πολιτικές, ο ανεύθυνος δανεισμός και οι σπατάλες που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1980, έχουν όλοι μαζί συμβάλει στο αδιέξοδο που έχει περιέλθει η Ελλάδα.  

 

Η στάση απέναντι στην εξουσία και τη νομιμότητα, πεδίο ιδιαιτέρως επίμαχο, καθορίζεται από την πολιτισμική νοηματοδότηση της προσωπικής αυτονομίας.

 

Η ίδια η έννοια της κουλτούρας απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και δεν πρέπει να θεωρείται ένα στατικό σημείο αναφοράς.  Αντιθέτως, τα πολιτισμικά πρότυπα δεν πρέπει να θεωρούνται αμετάβλητα καθώς υπόκεινται σε αλλαγές και ανθρώπινη παρέμβαση. Καθώς οι εξελίξεις τρέχουν, με σημαντικές συνέπειες για το μέλλον του ευρωπαϊκού οράματος, θα καθίσταται ολοένα και πιο σαφές ότι η γνώση της κουλτούρας και της ιστορίας σε τοπικό επίπεδο αποτελεί κρίσιμη παράμετρο στις πολιτικές και οικονομικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των εθνών. Καλό θα ήταν να κατανοήσουμε σε βάθος αυτούς τους παράγοντες. Άλλωστε, ο επιταχυνόμενος ρυθμός και η διευρυνόμενη κλίμακα της παγκόσμιας συνεργασίας καθιστούν κάτι τέτοιο επιτακτικό.