Πολλάτος, Θανάσης

Η Χάνα Άρεντ και «Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ»

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Ιούνιος 2015, σ. 22
Θέματα: 
ΙστορίαΟλοκαύτωμα
Λέξεις-κλειδιά: 
κενό νοήματος
απερισκεψία
ηθική
ατομική ευθύνη
αυτονομία
γερμανικός εθνικός χαρακτήρας
γραφειοκρατία
κακό
ολοκληρωτισμός
Καντ
καθήκον

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Κατά την Άρεντ, η αμεροληψία, η οποία «παραμένει και σήμερα ο ανώτερος γνωστός τύπος αντικειμενικότητας», «ήρθε στον κόσμο όταν ο Όμηρος αποφάσισε να τραγουδήσει ισότιμα τα κατορθώματα των Τρώων και των Αχαιών, και να υμνήσει τη δόξα του Έκτορος στον ίδιο βαθμό με το μεγαλείο του Αχιλλέως».

 

Διά της ικανότητας και της επιθυμίας να εγκαταλείπουμε τη δική μας θέση και να προσπαθούμε να μπούμε στη θέση του άλλου, γίνεται δυνατή η ανακάλυψη της κοινής μοίρας που μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι. Η ανακάλυψη της κοινής αυτής μοίρας είναι το θεμέλιο ενός ουσιώδους ανθρωπισμού, πολύ περισσότερο όταν λαμβάνει χώρα σε οριακές στιγμές, όπου η απαίτηση της αμεροληψίας γίνεται δυσκολότερη. Η ικανότητα και η επιθυμία να μπαίνουμε στη θέση του άλλου συνιστά μια θεμελιώδη ανοικτότητα προς τους άλλους και προς τον κόσμο, η οποία, όπως θα δούμε, δεν αποτελεί χαρακτηριστικό του Άιχμαν.

 

Κοιτάζοντας εκ των υστέρων, ο Άιχμαν μοιάζει με έναν άνθρωπο που παρασύρθηκε οικειοθελώς από τη δίνη της ιστορίας σαν να ήταν ο ίδιος ένα άβουλο ον. Η ενοχή του έγκειται στο γεγονός ότι δεν ήταν το άβουλο ον που ίσως ο ίδιος επιθυμούσε να είναι, αλλά ότι ως άνθρωπος έφερε την ευθύνη της ύπαρξης και των πράξεών του, έστω κι αν ο ίδιος αρνιόταν να την αναγνωρίσει. Από αυτή την άποψη, το περιεχόμενο της δίκης του Άιχμαν αφορά την αδυνατότητά μας να αποκηρύξουμε την ηθική μας προσωπικότητα και την ελευθερία μας να πράττουμε ως ηθικά όντα.

 

Παρατηρούμε στα παραπάνω μια παράλληλη πορεία των επιδιώξεων του καθεστώτος με τις επιθυμίες της εβραϊκής ηγεσίας. Βασική συνιστώσα αυτής της σύμπλευσης, που επιφανειακά φαίνεται παράδοξη, αποτελεί η σιωνιστική πρόθεση δημιουργίας εβραϊκού κράτους. Η πρόθεση αυτή ταυτίστηκε έως έναν βαθμό με την επιθυμία εκδίωξης των Εβραίων από την πλευρά των ναζί. Δύο ιδεολογίες συναντώνται για να επιτύχει καθεμία τον σκοπό της. Η εβραϊκή ηγεσία μάλιστα θεώρησε τις εκδιώξεις των ναζί έναν καλό μοχλό πίεσης για να τεθεί αρκετά εκβιαστικά το εβραϊκό ζήτημα. Ασφαλώς, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ευθύνονταν η ίδια για τις διώξεις που υπέστησαν οι Εβραίοι σε ολόκληρη την Ευρώπη. Απλώς, λειτούργησαν επιτήδεια στις συγκεκριμένες συνθήκες. Η Άρεντ διαπιστώνει πάντως ότι μεγάλο μέρος του εβραϊκού πληθυσμού θυσιάστηκε για να σωθούν οι επιφανείς Εβραίοι· βασική ενασχόληση των Εβραϊκών Συμβουλίων ήταν να υποδεικνύουν ποιος θα σταλεί στους θαλάμους αερίων και ποιος θα σωθεί. Το γεγονός αυτό έγιναν προσπάθειες να συγκαλυφθεί κατά τη δίκη και η Άρεντ τιμωρήθηκε για την παρρησία της. Υπολογίζεται ότι θα μπορούσαν να είχαν σωθεί τα μισά θύματα του Ολοκαυτώματος αν οι οδηγίες των Εβραϊκών Συμβουλίων δεν ακολουθούνταν. Οπότε ο ρόλος τους είναι κατά κανόνα αρκετά σκοτεινός.

 

Η οργάνωση του συστήματος αυτού πρέπει να προκάλεσε μεγάλη ικανοποίηση και υπερηφάνεια στον Άιχμαν. Ήταν σαφές ότι του άρεσε να καυχιέται και σε μια τέτοια κρίση κομπορρημοσύνης είπε στους άνδρες του τις τελευταίες μέρες του πολέμου: «“Θα πηδήξω μέσα στον τάφο μου γελώντας από την αφάνταστη ικανοποίηση που με γεμίζει το γεγονός ότι κουβαλώ στη συνείδησή μου το θάνατο πέντε εκατομμυρίων Εβραίων” ή “εχθρών του Ράιχ” όπως ο ίδιος υποστήριζε ότι είπε». Θεωρούσε σπουδαία την οργάνωση αυτής της ιδιότυπης αλυσίδας παραγωγής.

 

Στην περίπτωση ενός «συνειδητοποιημένου» ναζί, έχουμε να κάνουμε με τη σύγκρουση ενός νέου τύπου ηθικής που έρχεται σε αντίθεση με την παραδοσιακή ουμανιστική ηθική που έχει τις ρίζες της στον Χριστιανισμό ή στον Διαφωτισμό. Κατά τούτο, ο ναζισμός πραγματοποίησε μια πραγματική «ηθική επανάσταση» αντιστρέφοντας την ηθική που –με αρκετούς αστερίσκους– χαρακτήρισε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό τουλάχιστον από την εποχή της Αναγέννησης.

 

Γιατί ο Άιχμαν είχε εξαρχής προτάξει την επιθυμία του να είναι ένας νομοταγής πολίτης που απλά εκτελεί τις διαταγές που δέχεται. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αυτό συμβαίνει εκ των πραγμάτων για όποιον κατατάσσεται οικειοθελώς σε ένα ιεραρχικό μηχανισμό όπου ο ρόλος του εξαντλείται στην υλοποίηση των διαταγών που δέχεται. Η αρχική ενοχή του Άιχμαν βασίζεται στο γεγονός της υπογραφής αυτού του «συμβολαίου» αποποίησης της ηθικής του προσωπικότητας. Εννοούμε την οικειοθελή άρνησή του να θέτει στον εαυτό του το γνωστό καντιανό ερώτημα «τι οφείλω να πράττω».

 

Αυτή η έλλειψη επίγνωσης του τι έκανε συνδέεται με μια γενικότερη από την πλευρά του «αποστασιοποίηση από την πραγματικότητα». Πρέπει μάλιστα να υποθέσουμε ότι τα ενδιαφέροντα του Άιχμαν περιορίζονταν αυστηρά στο ενδιαφέρον για την προσωπική του ανέλιξη. Δεν είχε συναίσθηση ή προτιμούσε να μην έχει συναίσθηση του τι γινόταν γύρω του. Διατηρούσε μια αποκοπή από το περιβάλλον εστιαζόμενος στα ζητήματα που τον αφορούσαν αυστηρά. Είχε απεμπολήσει το κατεξοχήν ανθρώπινο χαρακτηριστικό της ανοικτότητας απέναντι στους υπόλοιπους ανθρώπους, την ανθρώπινη ιστορία και τα πράγματα.

 

Με τους όρους αυτούς, η καντιανή προτροπή να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους ως σκοπούς και όχι ως μέσα ήταν για τον Άιχμαν πρακτικώς ανεφάρμοστη. Λόγω του παράξενου εγκλεισμού του ήταν αδύνατο να αναγνωρίσει στους άλλους ανθρώπους έναν άνθρωπο όπως αυτός.

 

Έτσι, «η σχεδόν πλήρης ανικανότητά του να βλέπει τα πράγματα από την οπτική γωνία του άλλου» σήμαινε την ανικανότητά του να γίνει φορέας ενός ανθρωπισμού που βασίζεται στην αναγνώριση στο πρόσωπο του άλλου ενός στοιχείου του εαυτού μας ή, με άλλα λόγια, στην αναγνώριση του γεγονότος ότι ως άνθρωποι μοιραζόμαστε έναν κοινό κόσμο και μια κοινή ανθρώπινη κατάσταση που μας καθιστά αλληλέγγυους. Κατά μία έννοια, οι άλλοι δεν υπήρχαν για τον Άιχμαν παρά μόνο εργαλειακά.

 

Κατά την Άρεντ, ένα βασικό χαρακτηριστικό της γερμανικής κοινωνίας αυτής της περιόδου υπήρξε μια συστηματική ροπή προς το ψέμα. Το ψέμα, η αυταπάτη αποτελούσε το καταφύγιο από την πραγματικότητα. «Τα ογδόντα εκατομμύρια άνθρωποι που αποτελούσαν τη Γερμανική κοινωνία είχαν βρει καταφύγιο από την πραγματικότητα στα ίδια μέσα, στην ίδια αυταπάτη, τα ίδια ψέματα και την ίδια ανοησία που σήμερα πλέον ήταν βαθιά ριζωμένα στη νοοτροπία του Άιχμαν. Αυτά τα ψέματα άλλαζαν από χρόνο σε χρόνο και συχνά αναιρούσαν το ένα το άλλο· επιπλέον, δεν κυκλοφορούσαν τα ίδια ψέματα μέσα στα διάφορα παρακλάδια της κομματικής ιεραρχίας ή στους ανθρώπους, γενικότερα. Η χρήση όμως της αυταπάτης είχε γίνει τόσο συχνή, σχεδόν το ηθικό θεμέλιο της επιβίωσης, που ακόμα και τώρα, δεκαοκτώ χρόνια μετά την κατάρρευση του γερμανικού καθεστώτος, που έχει ξεχαστεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο των ψεμάτων που το συντηρούσαν, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι η ροπή προς το ψέμα δεν έχει γίνει αναπόσπαστο κομμάτι του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα». Η ροπή αυτή προς το ψέμα έπαιζε τον διπλό ρόλο του να αποτελεί το συστατικό του ιδιόκοσμου του κάθε Άιχμαν αλλά και έναν μηχανισμό ξεπεράσματος της φρίκης μπροστά στα εγκλήματα του καθεστώτος.

 

Αυτό που δεν αποδέχεται η ολοκληρωτική σκέψη είναι στην ουσία της η εγγενής απροσδιοριστία των ανθρωπίνων πραγμάτων. «Για την Άρεντ, αντιθέτως, ιδεολογία είναι η άρνηση του τυχαίου, η μη αποδοχή, στις ανθρώπινες υποθέσεις, του απρόβλεπτου και αυτών των μορφών που διαφεύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο, όπως είναι το γεγονός, η συνάντηση ή το προϋπάρχον, είναι με λίγα λόγια, η απάλειψη κάθε ορίου και η κατάργηση της ίδιας της ιδέας της περιπέτειας από την έννοια (concept) της ιστορίας». Πρέπει να κατασκευάσουμε έναν κόσμο στα δικά μας μέτρα· ό,τι κι αν σημαίνει αυτό και με όποιο κόστος· αυτό είναι το ολοκληρωτικό πρόταγμα. Στην περίπτωση αυτής της κατασκευής μάλιστα, η βία που ασκεί ο τεχνίτης πάνω στο υλικό είναι όρος δεδομένος και απαράγραπτος.

 

Ο Άιχμαν δεν ήταν παρά δημιούργημα του καθεστώτος και το καθεστώς δημιούργημα του Άιχμαν. Υπήρχε μια αμφίπλευρη σχέση που ικανοποιούσε τους όρους και των δύο πλευρών. Ο γλωσσικός κώδικας δεν επιβαλλόταν, όπως ίσως και όλες οι πράξεις του καθεστώτος δεν επιβάλλονταν, αλλά ανταποκρινόταν στον ψυχικό πυρήνα των ατόμων που το ενσάρκωναν.

 

Από τα παραπάνω μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απερισκεψία του Άιχμαν, η έλλειψη ουσιαστικής συνείδησης για όσα έκανε, ξεπερνά την απλή ηθική αδιαφορία και έχει να κάνει με την εξάλειψη μιας ολόκληρης σειράς χαρακτηριστικών που συνιστούν ό,τι θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ανθρώπινο. Ο ιδιόκοσμος του Άιχμαν σημαίνει την αποκοπή του από βασικές διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής· και η απάθειά του παίρνει έναν γενικευμένο χαρακτήρα που εκφράζει την αδυναμία του να συλλάβει ό,τι ξεπερνά τον περιορισμένο του κόσμο. Η κλειστότητα απέναντι στους ανθρώπους και στα πράγματα είναι το βασικό χαρακτηριστικό του.

 

Επιπλέον ο Καντ, μέσα στο αναμφισβήτητα αυστηρό, λόγω της ευσεβιστικής καταγωγής του, πνεύμα του, είχε φροντίσει να απαντήσει στον Άιχμαν πριν ο τελευταίος του θέσει καν το ερώτημα. Στο δοκίμιό του «Απόκριση στο ερώτημα: Τι είναι Διαφωτισμός» αναγνωρίζει το δικαίωμα παραίτησης από ένα δημόσιο καθήκον για λόγους συνείδησης. Όπως ξέρουμε ο Άιχμαν δεν έκανε και μάλλον δεν σκέφτηκε καν κάτι τέτοιο. Στο ίδιο δοκίμιο ο Καντ αναγνωρίζει ως έμβλημα του Διαφωτισμού τη φράση «Sapere aude» (έχε θάρρος να μεταχειρίζεσαι το δικό σου νου). Αυτό που έκανε ο Άιχμαν σε όλη τη ζωή του ήταν ακριβώς το αντίθετο.

 

Για να ολοκληρώσουμε τη διαπραγμάτευση ενός θέματος που αφήσαμε ανολοκλήρωτο παραπάνω, το κεντρικό ζήτημα είναι αν μπορεί κάποιος να αποποιηθεί την ηθική του αυτονομία και να νομιμοποιηθεί να πράττει ό,τι τον διατάζουν, ισχυριζόμενος ότι η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν που δίνει τη διαταγή. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται μια πλήρης απεξάρτηση της ανθρώπινης πράξης από τη σκέψη και την ηθική ευθύνη που συνδέεται με αυτήν. Για τον Καντ, η αποποίηση της ηθικής ευθύνης αποτελεί αποποίηση της ίδιας μας της ταυτότητας ως έλλογα όντα.

 

Ο άνθρωπος έχει καθήκον να μην παραιτείται από τις επιταγές του ηθικού φρονήματός του.

 

Το γεγονός της κοινοτοπίας του κακού μας καθιστά –ή πρέπει να μας καθιστά μετά την εμπειρία του 20ού αιώνα– καχύποπτους πρωτίστως απέναντι στους εαυτούς μας. Η καχυποψία αυτή οφείλει μάλιστα να μεταφραστεί σε ευθύνη. Μπορεί να μην υπάρχει καμία εγγύηση του Λόγου ότι μέσω αυτού λύνονται όλα τα προβλήματα· μπορεί επίσης η κατηγορική προσταγή να εμφανίζει χάσματα κατά την εφαρμογή της. Αυτό όμως που μας υπενθυμίζει εμφατικά η Άρεντ είναι ότι δεν μπορούμε να παραιτηθούμε από τον αγώνα του να σκεφτόμαστε. Το αποτέλεσμα της σκέψης είναι ίσως αβέβαιο, καθώς συναρτάται με την εγγενή τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν υπάρχει φόρμουλα ικανή να λύσει το αίνιγμα της ανθρώπινης πράξης. Ο άνθρωπος είναι το ον που προχωρεί στην ομίχλη και αν δεν βλέπουμε αυτή την ομίχλη, «είναι σαν να ξεχνούμε τι είναι ο άνθρωπος, να ξεχνούμε τι είμαστε εμείς οι ίδιοι», λέει ο Μίλαν Κούντερα. Αν η αβεβαιότητα λοιπόν του αποτελέσματος της σκέψης αντιπαρατεθεί με τη βεβαιότητα του αποτελέσματος της απερισκεψίας, η περίπτωση του Άιχμαν μπορεί να γίνει –τουλάχιστον στο ελάχιστο– διδακτική.