Στιούαρτ, Τσαρλς

Η αποικιοποίηση του ελληνικού νου;

(μτφρ.)
Θανάσης Κουραβέλος

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Ιούλιος 2015, σ. 29
Θέματα: 
ΑνθρωπολογίαΕλληνική ανθρωπολογία της θρησκείας
Ελληνικές ΣπουδέςΕλληνικός νους
ΘρησκειολογίαΕλληνικές παραδοσιακές θρησκευτικές δοξασίες
ΨυχολογίαΕλληνικές παραδοσιακές ψυχοθεραπείες
Λέξεις-κλειδιά: 
αποικιοκρατία
ψυχοθεραπείες
χριστιανισμός
προτεσταντισμός
Ορθοδοξία
πρόσωπο
άτομο
όνειρα
κακό μάτι
ξόρκια
ξωτικά
Νάξος

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Εάν κάποιος ιστορικοποιήσει επαρκώς τη δυτική παράδοση, τότε φαίνεται πράγματι ότι η Ελλάδα παρήγαγε πρώτη και εξήγαγε ορισμένες από τις ιδέες που μετέπειτα έλαβε ως αντιδάνειο από τη Βόρεια Ευρώπη με τη μορφή των «ψυ» θεραπειών.

 

Οι λογοθεραπείες ξεκίνησαν στην αρχαία Ελλάδα με τον Πλάτωνα να υποστηρίζει ότι ένας έμπειρος φιλόσοφος μπορούσε να αξιοποιήσει τη ρητορική για να αποθεραπεύσει καταθλιπτικές καταστάσεις του νου μέσω της συζήτησης. Ισχυριζόταν ότι οι άνθρωποι δύνανται να επανέλθουν στην αρμονική συνθήκη της σωφροσύνης εάν πειστούν να υιοθετήσουν μια νέα εικόνα για τους εαυτούς τους και την κατάστασή τους. Αυτή ήταν μια πρώιμη εκδοχή της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας που αναπτύχθηκε περαιτέρω από τους Στωικούς.

 

Ο χριστιανισμός συνέβαλε στην ανάπτυξη των «ψυ» με τη διατύπωση των τριαδολογικών και χριστολογικών δογμάτων περί «προσώπου» οδηγώντας, όπως υποστήριξε ο Μαρσέλ Μος, στη συγκρότηση της έννοιας του ενοποιημένου μοντέρνου προσώπου. Η προηγηθείσα στωική σκέψη εμπότισε τις χριστιανικές ιδέες και πρακτικές περί ελέγχου του εαυτού. Ο στόχος, ωστόσο, δεν ήταν πλέον η ευτυχία καθαυτή, αλλά η απελευθέρωση από την αμαρτία που φέρνει κάποιον πλησίον του Θεού τώρα αλλά και μετά θάνατον – η μακαριότητα. Εκλαμβάνοντας πλέον τον άνθρωπο που ορίζει τις επιλογές του ως υπεύθυνο για την αμαρτία και ως αποκλειστικό υπόλογο για τη διασφάλιση της σωτηρίας, ο χριστιανισμός συνεισέφερε στη συγκρότηση της έννοιας του ατόμου. Ο επηρεασμός όμως αυτού του ατόμου από τις δυνάμεις του Θεού και τον διάβολο διαμόρφωσαν μια ιδιότυπη χριστιανική ανθρωπολογία. Αυτή ήταν η ανθρωπολογία που ενστερνιζόταν ο ελληνικός λαός καθώς η χώρα εισερχόταν στην ευρωπαϊκή νεοτερικότητα μετά την ανεξαρτησία.

 

Είναι λοιπόν γεγονός ότι οι εξελίξεις στον ελληνικό κόσμο από την αρχαιότητα έως τον χριστιανισμό έθεσαν ορισμένα από τα θεμέλια των μοντέρνων ψυχοθεραπειών, όχι όμως όλα. Αφότου η Ελληνική Εκκλησία αποσχίστηκε από τη Λατινική, και η Κωνσταντινούπολη κατελήφθη από τους Οθωμανούς, η ελληνόφωνη ανατολή βρέθηκε ολοένα και πιο αποκομμένη από κρίσιμες εξελίξεις, όπως ο προτεσταντισμός, ο Διαφωτισμός και το κίνημα της εκκοσμίκευσης, που θα προετοιμάσουν το έδαφος για την οριστική καθιέρωση των ψυχοθεραπειών.

 

Ο προτεσταντισμός πήρε τον αμεταρρύθμιστο χριστιανικό εξωκόσμιο προσανατολισμό των ολίγων (δηλαδή των μοναχών) και τον μετουσίωσε σε μετριοπαθές ενδοκόσμιο σχέδιο ζωής των πολλών. Η αυτοπειθαρχία εξελίχθηκε σε ένα από τα πλέον διακριτά χαρακτηριστικά της ζωής, την ίδια περίοδο που η αυτογνωσία, εξαιτίας της κατάργησης της εξομολόγησης, κατέστη ιδιωτική υπόθεση. Το βάθος και η εσωτερικότητα του ατόμου αυξήθηκαν. Όπως ο Γουέμπ Κιν εξήγησε στη μελέτη του για τους καλβινιστές ιεραποστόλους, ο προτεσταντισμός έδωσε μεγάλη σημασία στην ελευθερία της συνείδησης και σε μια κουλτούρα προσωπικής ειλικρίνειας. Η αυτόνομη δράση έγκειτο πλέον στην αυθεντική ερμηνεία της εμπειρίας από το ίδιο το άτομο και όχι στις δράσεις πνευμάτων ή οντοτήτων που συμβουλεύουν τους ανθρώπους πώς να ενεργήσουν. Ο Θεός μπορεί να διαθέτει ένα μεγαλειώδες σχέδιο, αλλά η πραγματοποίησή του θα εξαρτηθεί από το πώς αυτό κατανοείται από τον καθένα ξεχωριστά και όχι διά της εκχώρησης της ατομικής εξουσίας λήψης αποφάσεων σε εξωτερικές δυνάμεις.

 

Εκκινώντας από τον καρτεσιανό διαχωρισμό του σκεπτόμενου νου από τα εξωτερικά αντικείμενα του στοχασμού του, η φωτισμένη ευρωπαϊκή σκέψη ανέδειξε τη συνείδηση ως το πλέον καθοριστικό στοιχείο του πνεύματος. Στη διάρκεια των επόμενων δύο αιώνων, η συνείδηση φάνηκε ότι εμπεριέχει ένα ασυνείδητο επίπεδο απαρτιζόμενο από ανεπίγνωστες παρορμήσεις και συναισθήματα. Η παραγνώριση του ασυνειδήτου στην αρχική διατύπωση του Ντεκάρτ οδήγησε στη θριαμβευτική του ανακάλυψη και, από το 1870 και έπειτα, η ιδέα περί ενός «ασυνείδητου νου» κατέστη κοινοτοπία στον ευρωπαϊκό χώρο.

 

Οι ιδεολογίες του ατομικισμού και της αυτοπειθαρχίας, υποκινημένες από τον προτεσταντισμό, έγιναν καθεστώς στη βόρεια Ευρώπη, ενώ η πνευματικότητα και η θρησκευτικότητα σταδιακά τέθηκαν στο περιθώριο. Στην ύστερη βικτωριανή περίοδο, η εκκοσμίκευση είχε μία από τις λαμπρότερες στιγμές των περιοδικών σκαμπανεβασμάτων της. Ελλείψει προτεσταντικής διεξόδου διά της εξομολόγησης –εκτός των εξομολογήσεων που γίνονταν από λαϊκούς, γνωστές ως «η φροντίδα των ψυχών» (Seelensorge)–, και με μια αυξανόμενη αυτοπεποίθηση στη δύναμη του ασυνειδήτου, οι συνθήκες είχαν ωριμάσει για τη δημιουργία της ψυχανάλυσης.

 

Καθώς η καρτεσιανή συνείδηση αναθεωρούνταν στη Δύση, η ψυχή στον ελληνόφωνο κόσμο παρέμεινε ένα εν μέρει θείο στοιχείο του ατόμου. Οι ιερείς ήταν εκ των πραγμάτων ψυχαναλυτές, με την ψυχοθεραπεία να αποτελεί κλάδο της θεολογίας. Ο βορειοευρωπαϊκός μετα-μεταρρυθμιστικός τρόπος ύπαρξης είχε χρειαστεί αιώνες για να διαμορφωθεί. Οι ελληνικές περιοχές, μόνο μετά την ανεξαρτησία, κατάφεραν να απαγκιστρωθούν σταδιακά από την οθωμανική κυριαρχία, όταν το κύριο πολιτειακό σημείο αναφοράς ήταν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η υιοθέτηση των ευρωπαϊκών νομικών συστημάτων από το νεοσύστατο κράτος, η θεμελίωση θεσμών όπως το πανεπιστήμιο και η πολιτική υπαγωγή της Εκκλησίας στο κράτος ήταν, για την Ελλάδα, σαν να ζούσε τη Μεταρρύθμιση και τον Διαφωτισμό σε απίστευτα συντετμημένο χρόνο. Ωστόσο, ο βορειοευρωπαϊκός τρόπος ύπαρξης δεν μπορούσε να υιοθετηθεί τόσο γρήγορα, και σε κάθε περίπτωση το έδαφος δεν ήταν έτοιμο ώστε αυτός να ευδοκιμήσει από τη στιγμή που η Εκκλησία δεν είχε προβεί σε καμία σχετική μεταρρύθμιση.

 

Ένα από τα πρώτα άρθρα που διάβασα ξεκινώντας την καριέρα μου ως ανθρωπολόγος ήταν το «Πολιτικές συνεπαγωγές της σύγχρονης ελληνικής αντίληψης περί εαυτού» της Αδαμαντίας Πόλις, όπου έγραφε ότι: «Τίποτα δεν καταδεικνύει με πιο δραματικό τρόπο την απουσία της έννοιας του αυτόνομου ατόμου όσο η απουσία ενός όρου στα ελληνικά για την «privacy» [ιδιωτικότητα]. Ένα από τα βασικά ατομικά δικαιώματα στη Δύση, το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, εκλείπει ως έννοια και δεν συνιστά μέρος του ελληνικού πολιτισμικού παραδείγματος». Στην Ελλάδα, το να είναι κάποιος μόνος προκαλεί τον οίκτο, ή αλλιώς αποτελεί μια ασκητική θρησκευτική επιλογή και όχι μια αξία της καθημερινότητας.

 

Οι Έλληνες διαφέρουν αρκετά για να ταξινομηθούν τσουβαλιάζοντάς τους ως ατομικιστές ή κολεκτιβιστές. Οι περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται τόσο για το ατομικό όσο και για το κοινό συμφέρον σε ποικίλους βαθμούς, κατ’ εναλλαγή και ανάλογα με την περίσταση. Ωστόσο, η Ελλάδα προκαλεί αναμφισβήτητα μια πολύ διαφορετική πολιτισμική αίσθηση από ό,τι η Γερμανία ή η Ολλανδία. Αυτό έγινε σαφές από την εκτόξευση αλληλοκατηγοριών μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοοικονομικής κρίσης. Το ΔΝΤ και τα άλλα μέλη της Τρόικας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), στην προσπάθειά τους να σταθεροποιήσουν την ελληνική οικονομία, θεώρησαν για την Ελλάδα ότι μαστίζεται από διαφθορά, φοροδιαφυγή, πελατειακές σχέσεις και απάτες. H ευθυνοφοβία, που ο Χέρτσφελντ αναγνώρισε ως ένα πρόβλημα που κατατρύχει την ελληνική γραφειοκρατία, θα μπορούσε επίσης να αναφερθεί εδώ ως μια ένδειξη διαφοράς. Η υπονοούμενη αντίθεση είναι με τα αμερικανικά ή βορειοευρωπαϊκά συστήματα διακυβέρνησης όπου, τουλάχιστον θεωρητικά, η ευθύνη αναλαμβάνεται τελικά από κάποιον. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι οι μεσογειακές χώρες ενέπνευσαν τους αναλυτικούς όρους «τιμή και ντροπή». Μετα-προτεστάντες ανθρωπολόγοι γοητεύτηκαν (σε ένα ασυνείδητο επίπεδο), νομίζω, από τη διαφορετική στάση απέναντι στην ενοχή στη νότια Ευρώπη και εστίασαν σε αυτήν τη διαφορά ως ένα διακριτό μεσογειακό πολιτισμικό γνώρισμα.

 

Ο αστικός πληθυσμός στην Ελλάδα υπερίσχυσε αριθμητικά του αντίστοιχου αγροτικού μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μια δημογραφική μετάβαση που συντελέστηκε στη βόρεια Ευρώπη έναν αιώνα περίπου νωρίτερα. Την ίδια περίοδο, ο παραδοσιακός τρόπος ζωής άρχισε να διαβρώνεται γρήγορα εν όψει του ανώτερου μορφωτικού επιπέδου και της ανιούσας κοινωνικής κινητικότητας, με αποτέλεσμα τη σταδιακή χειραφέτηση  της νεότερης γενιάς από την οικογένεια. Μια ένδειξη για αυτό, όπως επισημάνθηκε από τη Ρενέ Χίρσον, είναι η βαθμιαία υποχώρηση του εορτασμού των ονομαστικών γιορτών. Κατά προσέγγιση, το εβδομήντα τοις εκατό των Ελλήνων ανδρών μοιράζονται είκοσι ονόματα. Το να εορτάζει λοιπόν κάποιος την ημέρα της γιορτής του αγίου του ισοδυναμεί με το να εορτάζει συλλογικά τον άγιο κάθε χρόνο. Στο σπίτι ετοιμάζεται μια γιορτή στην οποία δεν απαιτείται ιδιαίτερη πρόσκληση, αφού όλοι γνωρίζουν τις ημέρες εορτασμού των αγίων. Αντιθέτως, τα πάρτι γενεθλίων είναι ιδιωτικά και εξατομικευτικά, με τους συνομιλητές της Χίρσον να αναγνωρίζουν ρητά τα γενέθλια ως μια «ευρωπαϊκή» πρακτική («έτσι κάνουν στο εξωτερικό, στην Ευρώπη») – η οποία αποτελεί παράδειγμα της ευρωπαϊκής ηγεμονίας που επετεύχθη σταδιακά τα τελευταία πενήντα χρόνια. Συμφωνώ με την Χίρσον ότι αυτές οι εξελίξεις σηματοδοτούν μια οντολογική μετάβαση από την ορθόδοξη ανθρωπολογία του προσώπου στη δυτική ανθρωπολογία του ατόμου.

 

Ένας μεγάλος σε ηλικία πανεπιστημιακός καθηγητής ψυχολογίας στην Αθήνα μου διηγούνταν ότι αρχικά, τη δεκαετία του 1950, οι Έλληνες θεραπευτές αποπειράθηκαν να εφαρμόσουν αμερικανικά μοντέλα εστιασμένα στην προώθηση της ατομικοποίησης, προκειμένου να θεραπεύσουν εφήβους και νεαρά άτομα. Γρήγορα συνειδητοποίησαν ότι αυτή η προσέγγιση δεν προσιδίαζε στο μεταβατικό μεταπολεμικό ελληνικό πλαίσιο στο οποίο η ψυχική υγεία του ατόμου δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί ερήμην της οικογένειας. Πρωτοβουλίες φροντίδας της ψυχικής υγείας, όπως ο Τομέας Ψυχικής Υγιεινής (ΤΨΥ) του Βασιλικού Εθνικού Ιδρύματος (1956-1964) της Άννας Ποταμιάνου ή το Αθηναϊκό Ινστιτούτο του Ανθρώπου των Γιώργου και Βάσως Βασιλείου (που ιδρύθηκε το 1963), προσπάθησαν να λάβουν υπόψη τους τη νέα κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα. Ο ΤΨΥ, που μελετήθηκε από τη Δέσπω Κριτσωτάκη, συνδύαζε βραχυχρόνια ψυχοθεραπεία, ομαδική θεραπεία και οικογενειακή θεραπεία. Δουλεύοντας με αυτόν τον τρόπο, οι γιατροί πραγματοποιούσαν έναν άθλο: συνεισέφεραν στην ανεξαρτητοποίηση των ατόμων από τις οικογένειές τους, ενεπλέκοντάς τις ταυτόχρονα στη θεραπεία τους. Η ελληνική διαπολιτισμική ψυχιατρική διατύπωσε αργότερα τη θέση ότι στα αποκαλούμενα «κοινωνιοκεντρικά» περιβάλλοντα (όπου το άτομο παραμένει σφιχτά προσδεδεμένο στην περιβάλλουσα κοινότητα), η θεραπεία απέβαινε εποικοδομητικότερη όταν προσανατολιζόταν στις κοινωνικές και οικογενειακές σχέσεις παρά στην ατομική «αυτογνωσία» και «αυτεξουσιότητα». Όπως είπε μια Ελληνίδα στην ανθρωπολόγο συνάδελφό μου Ρενέ Χίρσον (προσωπική επικοινωνία): «Δεν χρειαζόμαστε ψυχολόγους και ψυχοθεραπευτές· έχουμε φίλους και οικογένεια».

 

Στις παραδοσιακές ελληνικές κοινότητες, το σώμα συνιστούσε το κύριο όχημα εκδήλωσης της δυσφορίας, προξενώντας μια πληθώρα διαταραχών από αυτές που οι ψυχίατροι θα όριζαν ως «σωματόμορφες». Αυτές έχουν να κάνουν με φυσικά συμπτώματα που δεν οφείλονται σε κάποια λανθάνουσα ιατρική παθολογία (π.χ. πόνοι φάντασμα, σύνδρομο Μινχάουζεν). Κλασικά ελληνικά παράδειγμα είναι τα νεύρα, τα οποία γίνονται αισθητά ως πονοκέφαλος και εσωτερική ένταση που κορυφώνονται με τη μορφή κραυγών και εκτόξευσης αντικειμένων· και η στενοχώρια, καταβλητική «ανησυχία ή αγωνία».

 

Όπως παρατήρησε ο Ντάνφορθ, στις ΗΠΑ οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την πυροβασία με καθαρά ψυχολογικούς όρους. Παραδέχονται ότι έχουν εσωτερικούς φόβους ή περιορισμούς και αποφασίζουν ότι αυτό το τελετουργικό θα τους βοηθήσει να βελτιωθούν ως άτομα. Στις ελληνικές περιπτώσεις τελεστικής θεραπείας θα μπορούσε να ειπωθεί ότι η ψυχολογική διάσταση είναι από ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Αυτό θέτει εμπόδια στην εφαρμογή των δυτικών ψυχοθεραπειών, πρώτα από όλα επειδή αυτές έχουν σχεδιαστεί ειδικά για ανθρώπους που αντιλαμβάνονται την αρρώστια με ψυχολογικούς παρά με θρησκευτικούς όρους. Όπως ακριβώς η φιλοσοφία αναδύθηκε στην αρχαία Ελλάδα αντικαθιστώντας τις ζωντανές θεότητες με αφηρημένες αρχές, μέσω της χρήσης του ουδέτερου άρθρου για την εννοιοποίηση των στοιχείων της φύσης (το πυρ, το ύδωρ), έτσι και οι δυτικές ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι αναδύθηκαν στον απόηχο της βεμπεριανής «απομάγευσης του κόσμου». Προϋπέθεταν τον τερματισμό της πρόσληψης των συναισθημάτων ως έμψυχων οντοτήτων, όπως παρατηρείται στις αναφορές της πρωτοχριστιανικής περιόδου όπου η λαγνεία, ο φθόνος και η ακηδία δεν ήταν απλώς αμαρτήματα αλλά δαίμονες που επιτίθεντο στα άτομα. Η διαχείριση αυτών των βασανιστικών συναισθημάτων στην παραδοσιακή Ορθοδοξία παρέπεμπε σε μια ψυχική πάλη εναντίον εξώτερων δυνάμεων, με την κοινότητα να αποδέχεται εν πολλοίς την εξουσία αυτής της «εξώτερης καταδιωκτικής τάξης».

 

Οι μοντέρνες ψυχοθεραπείες ανανοηματοδότησαν αυτές τις δαιμονικές δυνάμεις ως ανθρώπινες προβολές όσων ενυπάρχουν βαθιά μέσα στο άτομο: η ιστορία και η προσωπικότητά του. Η εξοικείωση με αυτήν τη νέα εννοιοποίηση προϋπέθετε την ανάληψη εκ μέρους του ασθενούς της ιδιοκτησίας της αρρώστιάς του, την υιοθέτηση μιας ερμηνευτικής προσέγγισης δυσπιστίας απέναντι στον εαυτό, με τη συμμετοχή μάλιστα στη θεραπευτική διαδικασία να συνεπάγεται την ενεργοποίηση της ατομικής αυτόνομης βούλησης προκειμένου να ολοκληρωθεί επιτυχώς. Αυτοί ήταν οι νέοι κανόνες του παιχνιδιού για την απόκτηση «προσώπου».

 

Στη Θράκη, μια από τις πλέον αγροτικές και υπανάπτυκτες περιοχές της Ελλάδας, οι ψυχίατροι συνέλαβαν τις σωματικές «διαταραχές μετατροπής» ως δηλωτικές της τοπικής κουλτούρας· αρρώστιες προκαλούμενες από πολιτισμικές συνθήκες και νοοτροπίες, που δεν ήταν όμως πραγματικές διανοητικές ασθένειες. Αυτή η άποψη συμφωνεί με το διαγνωστικό στατιστικό εγχειρίδιο (ΔΣΕ) των ψυχιάτρων σύμφωνα με το οποίο οι «σωματόμορφες παθήσεις» δεν απορρέουν από κάποια φυσιοπαθολογία. Ένα παράδειγμα θα ήταν η νεαρή γυναίκα που περιγράφει η Ελισάβετ Ντέιβις, η οποία αγχωνόταν έντονα από τη συμβίωση με τα πεθερικά της και υπέφερε από κρίσεις που την έκαναν να «χάνει τα λογικά της». Η δομική της συνθήκη και τα συμπτώματά της έμοιαζαν με εκείνα των γυναικών που προσέφευγαν στα Αναστενάρια – που επίσης εντοπίζονται στη Θράκη. Στο νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης, οι ψυχίατροι διέγνωσαν ότι εκδήλωνε συμπτώματα «κλασικής υστερίας», όπως αυτή ενδημούσε στην Ευρώπη του δέκατου ένατου αιώνα, που ωστόσο απαντά σπάνια στις σύγχρονες κοινωνίες. Στην πραγματικότητα, οι διαταραχές μετατροπής έχουν γενικά υποχωρήσει ενόψει των μοντέρνων ψυχοθεραπειών. Όπως παρατηρεί η Ντέιβις, αυτές οι περιπτώσεις υστερίας αντιπροσωπεύουν το συρρικνούμενο πεδίο της «κουλτούρας» (διάβαζε προνεοτερικής κουλτούρας) καθώς η δυτική νεοτερικότητα αξιώνει τη διεύρυνση της επικράτειάς της. Ο απώτερος στόχος της σύγχρονης ψυχιατρικής στην Ελλάδα είναι η ολοκληρωτική εξάλειψη αυτών των αταβιστικών ασθενειών. Παραφράζοντας τον Φρόιντ: εκεί που είναι η κατατονία να γίνει κατάθλιψη.

 

Οι δυτικές ψυχοθεραπείες συνεισέφεραν επομένως στον ερχομό μιας νέας οντολογίας του προσώπου, η οποία κατέφθανε κάμποσο καιρό τώρα, όπως διαπιστώσαμε και από το παράδειγμα των εορτασμών για τις ονομαστικές γιορτές. Η ψυχιατρική δεν προετοίμασε την αλλαγή από μόνη της, αλλά σε συνέργεια με άλλους παράγοντες. Η αστικοποίηση, οι σπουδές σε πανεπιστήμια της Δύσης και ο μαζικός τουρισμός στην Ελλάδα είναι ορισμένες μονάχα από τις σημαντικές εξελίξεις που ενεθάρρυναν τη στροφή προς μια πιο ατομικιστική ιδεολογία. Για να είμαστε ξεκάθαροι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση διαζευκτικού τύπου όπου κάποιος είναι είτε αποκλειστικά δυτικόφρων ατομικιστής είτε μη νεοτερικός κοινωνιοκεντρικός Έλληνας, αλλά με μια περίπτωση διαβαθμίσεων, με πληθώρα βημάτων τόσο προς τα μπρος όσο και προς τα πίσω, και αντιφάσεων. Η κατάσταση είναι μη ομοιογενής ή μη συγχρονική για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Ερνστ Μπλοχ. Οι άνθρωποι σήμερα προσανατολίζονται προς ποικίλες, ασυντόνιστες μεταξύ τους, χρονικές κατευθύνσεις· ορισμένοι προσκολλώνται στο παρελθόν την ίδια στιγμή που κάποιοι άλλοι προετοιμάζονται ενεργά για το μέλλον.  

 

Όταν προσκλήθηκα να δώσω μια διάλεξη στο Πάντειο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, συζήτησα αυτό το θέμα με φοιτητές. Προτιμούν τα όνειρά τους να τους τα ερμηνεύσει η γιαγιά τους σύμφωνα με την πανάρχαια ονειροκριτική μέθοδο παρά να απευθυνθούν σε κάποιον ψυχοθεραπευτή/αναλυτή. Απορρίπτοντας την ψυχανάλυση, οι σπουδαστές του Παντείου απέρριπταν σιωπηρά ένα εξωγενές ψυχολογικό μοντέλο, μην αναγνωρίζοντάς το ως εισαγόμενο ή επικρίνοντας τη θεωρία του. Αυτό στο οποίο αντιτίθεντο ήταν η εμπορευματοποίηση και η ατομικοποίηση της θεραπείας. Όταν κάποιος απευθύνεται στη γιαγιά του, η ερμηνεία των ονείρων είναι δωρεάν, λαμβάνει χώρα εντός σπιτιού, με άλλα μέλη της οικογένειας να εμπλέκονται πιθανόν στη διαδικασία. Η επαγγελματική ψυχοθεραπεία, επισήμαναν, προϋποθέτει να συμβληθείς με έναν ξένο (ο χαρακτηριστικός τους όρος για τους μη συγγενείς) έναντι αντιτίμου· γίνεται ιδιωτικά και είναι εξατομικευμένη. Ο αριστερισμός μαζί με την αφοσίωση στην οικογένεια διαπότιζαν τον τρόπο σκέψης τους.

 

Οι παραδοσιακές θεραπείες –με αυτό να ισχύει και για τις αρχαιότερες ιθαγενείς μορφές θεραπείας– δουλεύουν στο επίπεδο της μίμησης και της ψευδαίσθησης, ενώ οι δυτικές ψυχοθεραπείες θεωρούν ότι επικεντρώνονται στην αλήθεια του ατομικού υποκειμένου και επομένως δύνανται να επιφέρουν θεραπείες που αντέχουν στον χρόνο.

 

Η ψυχανάλυση εισήχθη στην Ελλάδα από Έλληνες που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία. Αρκετοί από τους πρώιμους πρωταγωνιστές υπήρξαν παιδαγωγοί που εφάρμοσαν την ψυχανάλυση στη συμβουλευτική μαθητών με προβλήματα. Οι εκπαιδευτικοί προέκριναν την αντλεριανή αισιόδοξη ανθρωπολογία έναντι της φροϊδικής έμφασης στη σεξουαλικότητα και την ενοχή. Η συζήτηση για τη σεξουαλικότητα σκόνταφτε πάνω στα πολιτισμικά ταμπού, ενώ η έννοια της ενοχής δεν είχε πέραση στους Έλληνες.

 

Το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, που παλιότερα απέτρεπε τους ανθρώπους από το να παραδέχονται ανοικτά ότι λαμβάνουν ψυχολογική υποστήριξη, έχει εξασθενήσει και κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας το να πηγαίνεις σε ψυχολόγο έχει αναχθεί σε έμβλημα διάκρισης με την μπουρντιανή έννοια, όπως η οδήγηση ενός πολυτελούς αυτοκινήτου.

 

Για να υιοθετήσουν τις θεραπείες ψυχαναλυτικής κατεύθυνσης οι άνθρωποι πρέπει να αναπροσαρμόσουν τον χρονικό τους προσανατολισμό, εφόσον οι εγχώριες θεραπείες, όπως η καφεμαντεία και η ερμηνεία των ονείρων, συνεπάγονται έναν προφητικό, μελλοντολογικό προσανατολισμό. Κάποιος σκέφτεται τον εαυτό του σε σχέση με ό,τι προβλέπεται να συμβεί παρά σε σχέση με γεγονότα του παρελθόντος που υπήρξαν συγκροτητικά της προσωπικότητάς του.

 

Η ένταση και η διάρκεια της τρέχουσας χρηματοοικονομικής κρίσης αποκάλυψε τις διαφορές μεταξύ των βορειοευρωπαϊκών προτεσταντικών αντιλήψεων περί εαυτού και όσων απαντώνται στην αμεταρρύθμιστη χριστιανοσύνη της Ελλάδας. Εάν απλώς οι Έλληνες ήταν πιο υπεύθυνοι δημοσιονομικά, λιγότερο διεφθαρμένοι, τεμπέληδες και ανειλικρινείς –ισχυρίζονται στη βόρεια Ευρώπη– τότε αυτή η κρίση δεν θα είχε συμβεί. Ο προτεσταντισμός δίνει έμφαση στην ατομική ευθύνη, που επιφέρει την εσωτερική ενοχή, οδηγώντας σε τύψεις και σε μια αντίστοιχη πρακτική διεπόμενη από μια ιδεολογία ειλικρίνειας. Συχνά θεωρείται ότι οι αμεταρρύθμιστες χριστιανικές εκκλησίες δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ενοχή, αφού η αμαρτία αναγνωρίζεται δημόσια διά της εξομολόγησης. Κατά τη γνώμη μου, η ενοχή μπορεί να θεριέψει και να αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ στην περίπτωση του προτεσταντισμού όπου δεν μπορεί εύκολα να εξιλεωθεί τελεστικά. Στην πρόσφατη μελέτη του για την κοινωνική ζωή σε ένα προάστιο της Ρώμης, ο Χέρτσφελντ επισημαίνει ότι η διαφθορά με τη μορφή της φοροδιαφυγής και της παράκαμψης των οικοδομικών κανονισμών χαρακτηρίζεται από το σύστημα «επιείκειας» της ίδιας της Καθολικής Εκκλησίας. Το συγκεκριμένο αυτό σύστημα επιείκειας επιτρέπει τη διαπραγματευσιμότητα της αμαρτίας και τη δυνατότητα «εξαγοράς» της μέσω δωρεών. Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία έχει αναπτύξει μια διαφορετική ηθική ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό, και σίγουρα περισσότερη έρευνα χρειάζεται να διεξαχθεί για τον τρόπο με τον οποίο οι πρακτικές της Ορθοδοξίας έχουν συνεισφέρει στη διαμόρφωση των αντιλήψεων για την ενοχή στην Ελλάδα. Εντούτοις, το ρωμαϊκό παράδειγμα καταδεικνύει έναν διαφορετικό βαθμό ευαισθησίας στον αμεταρρύθμιστο Νότο της Ευρώπης. Όταν οι Γερμανοί εκφράζουν την ενόχλησή τους για το ότι η Ελλάδα δεν τιμάει το χρέος της, η λέξη-κλειδί στα Γερμανικά είναι Schuld που σημαίνει τόσο «ενοχή» όσο και «χρέος».

 

Καθώς το πρόβλημα του χρέους έχει επιδεινωθεί και οι προσδοκίες των βορειότερων χωρών έχουν διευκρινιστεί περαιτέρω, μια βασική αντίδραση των Ελλήνων είναι η εξής: εάν αυτός ο τρόπος διαχείρισης χρέους και δημοσιονομικής αυστηρότητας χαρακτηρίζει τη Γερμανία, τότε εμείς δεν θέλουμε να γίνουμε Γερμανία. Ποιο είναι το νόημα του να υπάρχει μια Ελλάδα ολόιδια με τη Γερμανία; Σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Αυτό που οι άνθρωποι σιωπηρά αναγνωρίζουν σε αυτές τις δηλώσεις είναι η ιστορία του αμεταρρύθμιστου χριστιανισμού της Ελλάδας, που δεν ανέπτυξε την προτεσταντική ηθική όπως περιγράφηκε από τον Βέμπερ. Οι Γερμανοί και οι υποστηρικτές τους στην ΕΕ θα εύχονταν οι «ψυ» να είχαν αποικιοποιήσει την Ελλάδα σε έναν μεγαλύτερο βαθμό, αφού κάτι τέτοιο θα είχε ενσταλάξει μια στερεότερη κουλτούρα ατομικής ευθύνης και ενοχής. Οι συνθήκες όμως για την ανάπτυξη των ψυχοθεραπειών στην Ελλάδα δεν έχουν υπάρξει ιδανικές εξαιτίας της μακράς διαπαιδαγώγησης και της συνεχιζόμενης επιρροής από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 ήταν δύσκολο και κόστιζε πολύ να επικοινωνείς τηλεφωνικά με την οικογένειά σου στο χωριό. Όλα αυτά έχουν αλλάξει τις τελευταίες δεκαετίες με τα κινητά τηλέφωνα, το Σκάιπ, το διαδίκτυο και άλλες τεχνολογίες επικοινωνίας. Όπως ισχυρίζεται η Νάντια Σερεμετάκη (βλ. παρόντα τόμο· 2009: 347), οι σύγχρονες τεχνολογίες στην Ελλάδα δεν έχουν κατ’ ανάγκη συμβάλει στην εμπέδωση της νεοτερικότητας, προλειαίνοντας έτσι το έδαφος για ακόμα περισσότερο ατομικισμό και περισσότερες «ψυ». Αντιθέτως, η ελληνική κοινωνική συνθήκη έχει «αποκατασταθεί» σε σημαντικό βαθμό. Οι υπάρχουσες σύγχρονες τεχνολογίες έχουν ανανεώσει τον κοινωνιοκεντρικό προσανατολισμό της παραδοσιακής Ελλάδας και έχουν αναβιώσει πρακτικές όπως το ξεμάτιασμα, που μπορεί τώρα να γίνει μέσω τηλεφώνου ή Σκάιπ. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο ελληνικός νους δεν πρόκειται να αποικιοποιηθεί πλήρως στο άμεσο διάστημα.