Πάγκαλος, Θεόδωρος Γ.

Από τη συνενοχή στη συνευθύνη

Η-Εκδόσεις Πολιτειακό

Αθήνα, Απρίλιος 2017, σ. 9
Θέματα: 
ΠολιτικήΠολιτική εξομολόγηση
Λέξεις-κλειδιά: 
αυτοκριτική
ατομική ευθύνη
κομματική αλληλεγγύη
λαϊκισμός

Αποσπάσματα από το κείμενο:

 

Εάν υπάρξει αυτογνωσία, τότε επέρχεται το τέλος της ύπουλης και μουλωχτής συνενοχής.

 

Αυτό που λέμε «δημοσιονομική κρίση» είναι και δικό μας δημιούργημα.

 

Οι πολίτες είτε με πράξεις, είτε με την εκπορευόμενη από την ανοχή απραξία τους, είτε απλά εκλέγοντας ακατάλληλα πολιτικά πρόσωπα για να διαχειριστούν τα κοινά, συμμετέχουν με συλλογικό τρόπο στη δημοκρατία και έχουν την ευθύνη των επιλογών τους. Η έκταση που είχε πάρει η διαφθορά στην Ελλάδα καθιστά αυτό το γεγονός αυταπόδεικτο.

 

Το μήνυμα που φέρει η φράση αποτελεί μια διαπίστωση και μια προειδοποίηση συνάμα για τις μελλοντικές γενιές. Οι προσπάθειες αποδόμησής του αποπροσανατολίζουν τον σκεπτόμενο πολίτη. Το μήνυμα είχε την πρόθεση να είναι, και είναι, καθαρά πολιτικό.

 

Αντιμετώπισα συχνά μια αδυσώπητη και ενοχλητική κριτική που μπορεί χονδρικά να συμπυκνωθεί στη φράση: «Εσύ τόσα χρόνια Βουλευτής και Υπουργός δεν καταλάβαινες, δεν ήξερες, και τότε γιατί δεν μιλούσες;». Το ερώτημα είναι εύλογο και η απάντηση δεν μπορεί ποτέ να είναι λυτρωτική.

 

Αυτό που παρεμπόδιζε μια πιο ανοιχτή καταγγελία της οικονομικής σπατάλης και κακοδιαχείρισης που ακολουθήθηκε τόσα χρόνια και, κατά συνέπεια, δραματικές αποφάσεις, όπως παραιτήσεις από αξιώματα, διασπάσεις κομμάτων κτλ ήταν η συνενοχή, η οποία αποτελεί τη βάση της λειτουργίας του κομματικού μας συστήματος.

 

Κακέκτυπο της ιδεολογικής αλληλεγγύης, η συνενοχή σε ένα διπολικό κόσμο, όπου ό,τι κρατούσε εμάς στην εξουσία και απομάκρυνε τους άλλους ήταν θεμιτό, και η συγκάλυψη των κακώς κειμένων κομματική υποχρέωση σε μεγάλο βαθμό, οδήγησε τον τόπο στη σημερινή του κατάσταση. Βεβαίως, μπορώ να επικαλεστώ άρθρα και ομιλίες στη Βουλή, όπως και τοποθετήσεις σε κομματικά συνέδρια που κατά καιρούς είχα θέσει το πρόβλημα του δημόσιου τομέα και της παραγωγικότητάς του, των διορισμών με κομματικά κριτήρια, της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, της σπατάλης σε διάφορα επίπεδα του κράτους, της ανάγκης να ιδιωτικοποιηθούν ζημιογόνες κρατικές επιχειρήσεις κοκ. Όλα όμως αυτά δεν ήταν αρκετά και επομένως δεν ελπίζω σε κανενός είδους επιείκεια.

 

Απλώς, για την κατανόηση του φαινομένου θέλω να προσθέσω το εξής: κάθε φορά που αναγκάστηκα να διαφοροποιηθώ, υποδεικνύοντας το ορθό και καταγγέλλοντας παρεκτροπές και λάθη, εκατοντάδες, καμιά φορά χιλιάδες τίμιοι εργαζόμενοι και λαϊκοί άνθρωποι με επανέφεραν στην τάξη, υποδεικνύοντας το κομματικό μου καθήκον της αλληλεγγύης, μέχρι την πλήρη συνενοχή και ταύτιση με τους αδικοπραγούντες. Η φράση «σωστά είναι αυτά που λες, αλλά μην τα λες τώρα γιατί παραμονεύει ο αντίπαλος» με συνόδευε τριάντα τόσα χρόνια σε όλη μου τη δράση. Ομολογώ ότι δεν είχα το κουράγιο να προκαλέσω τη ρήξη.

 

Όχι σαν δικαιολογία, αλλά για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, θα ήθελα να επαναλάβω εδώ κάτι που συχνά λέω, να θυμίσω δηλαδή τη μοίρα ξεχωριστών προσωπικοτήτων της πολιτικής ζωής που διαπομπεύτηκαν και περιθωριοποιήθηκαν από τον ελληνικό λαό, επειδή έλεγαν και πρέσβευαν την αλήθεια. Ανήκαν σε όλες τις παρατάξεις, χωρίς εξαίρεση. Να θυμίσω τον Γιάγκο Πεσμαζόγλου και τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη, να θυμίσω τον Αλέκο Παπαδόπουλο, τον Στέφανο Μάνο, να θυμίσω, τέλος, τον πρόωρα χαμένο Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Οι σκέψεις αυτές έχουν ως σκοπό να υποστηρίξουν τη θέση ότι το πρόβλημα της Ελλάδος δεν είναι απλώς πολιτικό. Είναι πολύ πιο ουσιαστικό και βαθύ. Είναι πολιτισμικό. Η ιδεολογία της αρπαχτής, της παρασιτικής κατανάλωσης, της εγωπαθούς ιδιοτέλειας, διαπερνά όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες τις παρατάξεις.

 

Και για αυτό είναι αυτή τη στιγμή κυρίαρχες οι ιδεολογίες που εκφράζουν αυτά τα ρεύματα και για αυτό είναι πάντα ανοιχτό το βάραθρο της καταστροφής της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

 

Τα προγράμματα και οι κυβερνητικές προτεραιότητες δεν δημιουργούνται με παρθενογένεση. Αποτελούν τον καθρέπτη των προτεραιοτήτων της ελληνικής κοινωνίας. Πότε η καταπολέμηση της διαφθοράς υπήρξε απόλυτη προτεραιότητα στην ελληνική πολιτεία; Ποτέ.